to do a good deed for; to perform good works for
Πλήρης κλίση του ρήματος ευεργετώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ευεργετώ
εσύ ευεργετείς
αυτός/αυτή/αυτό ευεργετεί
εμείς ευεργετούμε
εσείς ευεργετείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ευεργετούν / ευεργετούνε
Παρατατικός
εγώ ευεργετούσα
εσύ ευεργετούσες
αυτός/αυτή/αυτό ευεργετούσε
εμείς ευεργετούσαμε
εσείς ευεργετούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευεργετούσαν / ευεργετούσανε
Αόριστος
εγώ ευεργέτησα
εσύ ευεργέτησες
αυτός/αυτή/αυτό ευεργέτησε
εμείς ευεργετήσαμε
εσείς ευεργετήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευεργέτησαν / ευεργετήσαν / ευεργετήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ευεργετώ
εσύ θα ευεργετείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ευεργετεί
εμείς θα ευεργετούμε
εσείς θα ευεργετείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευεργετούν / θα ευεργετούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ευεργετήσω
εσύ θα ευεργετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ευεργετήσει
εμείς θα ευεργετήσουμε
εσείς θα ευεργετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευεργετήσουν / θα ευεργετήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ευεργετήσω
εσύ να ευεργετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ευεργετήσει
εμείς να ευεργετήσουμε
εσείς να ευεργετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ευεργετήσουν / ευεργετήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ευεργετήσει
εσύ έχεις ευεργετήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ευεργετήσει
εμείς έχουμε ευεργετήσει
εσείς έχετε ευεργετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ευεργετήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ευεργετήσει
εσύ είχες ευεργετήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ευεργετήσει
εμείς είχαμε ευεργετήσει
εσείς είχατε ευεργετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ευεργετήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ευεργετήσει
εσύ θα έχεις ευεργετήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ευεργετήσει
εμείς θα έχουμε ευεργετήσει
εσείς θα έχετε ευεργετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ευεργετήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ευεργετείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ευεργέτησε
(εσείς) ευεργετήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ευεργετούμαι
εσύ ευεργετείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ευεργετείται
εμείς ευεργετούμαστε
εσείς ευεργετείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ευεργετούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ευεργετούνταν / ευεργετείτο
εμείς ευεργετούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ευεργετούνταν / ευεργετούντο
Αόριστος
εγώ ευεργετήθηκα
εσύ ευεργετήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ευεργετήθηκε
εμείς ευεργετηθήκαμε
εσείς ευεργετηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευεργετήθηκαν / ευεργετηθήκαν / ευεργετηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ευεργετούμαι
εσύ θα ευεργετείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ευεργετείται
εμείς θα ευεργετούμαστε
εσείς θα ευεργετείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευεργετούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ευεργετηθώ
εσύ θα ευεργετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ευεργετηθεί
εμείς θα ευεργετηθούμε
εσείς θα ευεργετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευεργετηθούν / θα ευεργετηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ευεργετηθώ
εσύ να ευεργετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ευεργετηθεί
εμείς να ευεργετηθούμε
εσείς να ευεργετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ευεργετηθούν / ευεργετηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ευεργετηθεί
εσύ έχεις ευεργετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ευεργετηθεί
εμείς έχουμε ευεργετηθεί
εσείς έχετε ευεργετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ευεργετηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ευεργετηθεί
εσύ είχες ευεργετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ευεργετηθεί
εμείς είχαμε ευεργετηθεί
εσείς είχατε ευεργετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ευεργετηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ευεργετηθεί
εσύ θα έχεις ευεργετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ευεργετηθεί
εμείς θα έχουμε ευεργετηθεί
εσείς θα έχετε ευεργετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ευεργετηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ευεργετείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ευεργετήσου
(εσείς) ευεργετηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ευεργετώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ευεργετήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ευεργετούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ευεργετημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ευεργετήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ευεργετηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.