Κλίση του ρήματος ευαγγελίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ευαγγελίζομαι
to bring good news
Πλήρης κλίση του ρήματος ευαγγελίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ευαγγελίζομαι
εσύ ευαγγελίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ευαγγελίζεται
εμείς ευαγγελιζόμαστε
εσείς ευαγγελίζεστε / ευαγγελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ευαγγελίζονται

Παρατατικός

εγώ ευαγγελιζόμουν / ευαγγελιζόμουνα
εσύ ευαγγελιζόσουν / ευαγγελιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ευαγγελιζόταν / ευαγγελιζότανε
εμείς ευαγγελιζόμασταν / ευαγγελιζόμαστε
εσείς ευαγγελιζόσασταν / ευαγγελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ευαγγελίζονταν / ευαγγελιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ευαγγελίστηκα / ευαγγελίσθηκα
εσύ ευαγγελίστηκες / ευαγγελίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ευαγγελίστηκε / ευαγγελίσθηκε
εμείς ευαγγελιστήκαμε / ευαγγελισθήκαμε
εσείς ευαγγελιστήκατε / ευαγγελισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευαγγελίστηκαν / ευαγγελιστήκαν / ευαγγελιστήκανε / ευαγγελίσθηκαν / ευαγγελισθήκαν / ευαγγελισθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ευαγγελίζομαι
εσύ θα ευαγγελίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ευαγγελίζεται
εμείς θα ευαγγελιζόμαστε
εσείς θα ευαγγελίζεστε / θα ευαγγελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευαγγελίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ευαγγελιστώ / θα ευαγγελισθώ
εσύ θα ευαγγελιστείς / θα ευαγγελισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ευαγγελιστεί / θα ευαγγελισθεί
εμείς θα ευαγγελιστούμε / θα ευαγγελισθούμε
εσείς θα ευαγγελιστείτε / θα ευαγγελισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευαγγελιστούν / θα ευαγγελιστούνε / θα ευαγγελισθούν / θα ευαγγελισθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ευαγγελιστώ / ευαγγελισθώ
εσύ να ευαγγελιστείς / ευαγγελισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εμείς να ευαγγελιστούμε / ευαγγελισθούμε
εσείς να ευαγγελιστείτε / ευαγγελισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ευαγγελιστούν / ευαγγελιστούνε / ευαγγελισθούν / ευαγγελισθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εσύ έχεις ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εμείς έχουμε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εσείς έχετε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εσύ είχες ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εμείς είχαμε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εσείς είχατε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εσύ θα έχεις ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εμείς θα έχουμε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
εσείς θα έχετε ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ευαγγελίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ευαγγελίσου
(εσείς) ευαγγελιστείτε / ευαγγελισθείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

ευαγγελιστεί / ευαγγελισθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.