to focus (to cause (rays of light, etc) to converge at a single point)
Πλήρης κλίση του ρήματος εστιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εστιάζω
εσύ εστιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό εστιάζει
εμείς εστιάζουμε
εσείς εστιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εστιάζουν / εστιάζουνε
Παρατατικός
εγώ εστίαζα
εσύ εστίαζες
αυτός/αυτή/αυτό εστίαζε
εμείς εστιάζαμε
εσείς εστιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εστίαζαν / εστιάζαν / εστιάζανε
Αόριστος
εγώ εστίασα
εσύ εστίασες
αυτός/αυτή/αυτό εστίασε
εμείς εστιάσαμε
εσείς εστιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εστίασαν / εστιάσαν / εστιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εστιάζω
εσύ θα εστιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εστιάζει
εμείς θα εστιάζουμε
εσείς θα εστιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εστιάζουν / θα εστιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εστιάσω
εσύ θα εστιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εστιάσει
εμείς θα εστιάσουμε
εσείς θα εστιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εστιάσουν / θα εστιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εστιάσω
εσύ να εστιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εστιάσει
εμείς να εστιάσουμε
εσείς να εστιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εστιάσουν / εστιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εστιάσει
εσύ έχεις εστιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εστιάσει
εμείς έχουμε εστιάσει
εσείς έχετε εστιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εστιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εστιάσει
εσύ είχες εστιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εστιάσει
εμείς είχαμε εστιάσει
εσείς είχατε εστιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εστιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εστιάσει
εσύ θα έχεις εστιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εστιάσει
εμείς θα έχουμε εστιάσει
εσείς θα έχετε εστιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εστιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εστίαζε
(εσείς) εστιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εστίασε
(εσείς) εστιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εστιάζομαι
εσύ εστιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εστιάζεται
εμείς εστιαζόμαστε
εσείς εστιάζεστε / εστιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εστιάζονται
Παρατατικός
εγώ εστιαζόμουν / εστιαζόμουνα
εσύ εστιαζόσουν / εστιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εστιαζόταν / εστιαζότανε
εμείς εστιαζόμασταν / εστιαζόμαστε
εσείς εστιαζόσασταν / εστιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εστιάζονταν / εστιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εστιάστηκα / εστιάσθηκα
εσύ εστιάστηκες / εστιάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εστιάστηκε / εστιάσθηκε
εμείς εστιαστήκαμε / εστιασθήκαμε
εσείς εστιαστήκατε / εστιασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εστιάστηκαν / εστιαστήκαν / εστιαστήκανε / εστιάσθηκαν / εστιασθήκαν / εστιασθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εστιάζομαι
εσύ θα εστιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εστιάζεται
εμείς θα εστιαζόμαστε
εσείς θα εστιάζεστε / θα εστιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εστιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εστιαστώ / θα εστιασθώ
εσύ θα εστιαστείς / θα εστιασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εστιαστεί / θα εστιασθεί
εμείς θα εστιαστούμε / θα εστιασθούμε
εσείς θα εστιαστείτε / θα εστιασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εστιαστούν / θα εστιαστούνε / θα εστιασθούν / θα εστιασθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εστιαστώ / εστιασθώ
εσύ να εστιαστείς / εστιασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εστιαστεί / εστιασθεί
εμείς να εστιαστούμε / εστιασθούμε
εσείς να εστιαστείτε / εστιασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εστιαστούν / εστιαστούνε / εστιασθούν / εστιασθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εστιαστεί / εστιασθεί
εσύ έχεις εστιαστεί / εστιασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εστιαστεί / εστιασθεί
εμείς έχουμε εστιαστεί / εστιασθεί
εσείς έχετε εστιαστεί / εστιασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εστιαστεί / εστιασθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εστιαστεί / εστιασθεί
εσύ είχες εστιαστεί / εστιασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εστιαστεί / εστιασθεί
εμείς είχαμε εστιαστεί / εστιασθεί
εσείς είχατε εστιαστεί / εστιασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εστιαστεί / εστιασθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εστιαστεί / εστιασθεί
εσύ θα έχεις εστιαστεί / εστιασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εστιαστεί / εστιασθεί
εμείς θα έχουμε εστιαστεί / εστιασθεί
εσείς θα έχετε εστιαστεί / εστιασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εστιαστεί / εστιασθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εστιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εστιάσου
(εσείς) εστιαστείτε / εστιασθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εστιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εστιάσει
Μετοχή παρακειμένου
εστιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εστιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εστιαστεί / εστιασθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.