to desert, to leave deserted
Πλήρης κλίση του ρήματος ερημώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ερημώνω
εσύ ερημώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ερημώνει
εμείς ερημώνουμε
εσείς ερημώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ερημώνουν / ερημώνουνε
Παρατατικός
εγώ ερήμωνα
εσύ ερήμωνες
αυτός/αυτή/αυτό ερήμωνε
εμείς ερημώναμε
εσείς ερημώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ερήμωναν / ερημώναν / ερημώνανε
Αόριστος
εγώ ερήμωσα
εσύ ερήμωσες
αυτός/αυτή/αυτό ερήμωσε
εμείς ερημώσαμε
εσείς ερημώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ερήμωσαν / ερημώσαν / ερημώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ερημώνω
εσύ θα ερημώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ερημώνει
εμείς θα ερημώνουμε
εσείς θα ερημώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερημώνουν / θα ερημώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερημώσω
εσύ θα ερημώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ερημώσει
εμείς θα ερημώσουμε
εσείς θα ερημώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερημώσουν / θα ερημώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ερημώσω
εσύ να ερημώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ερημώσει
εμείς να ερημώσουμε
εσείς να ερημώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ερημώσουν / ερημώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ερημώσει
εσύ έχεις ερημώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ερημώσει
εμείς έχουμε ερημώσει
εσείς έχετε ερημώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ερημώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ερημώσει
εσύ είχες ερημώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ερημώσει
εμείς είχαμε ερημώσει
εσείς είχατε ερημώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ερημώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ερημώσει
εσύ θα έχεις ερημώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ερημώσει
εμείς θα έχουμε ερημώσει
εσείς θα έχετε ερημώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ερημώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ερήμωνε
(εσείς) ερημώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ερήμωσε
(εσείς) ερημώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ερημώνομαι
εσύ ερημώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ερημώνεται
εμείς ερημωνόμαστε
εσείς ερημώνεστε / ερημωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ερημώνονται
Παρατατικός
εγώ ερημωνόμουν / ερημωνόμουνα
εσύ ερημωνόσουν / ερημωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ερημωνόταν / ερημωνότανε
εμείς ερημωνόμασταν / ερημωνόμαστε
εσείς ερημωνόσασταν / ερημωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ερημώνονταν / ερημωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ερημώθηκα
εσύ ερημώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ερημώθηκε
εμείς ερημωθήκαμε
εσείς ερημωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ερημώθηκαν / ερημωθήκαν / ερημωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ερημώνομαι
εσύ θα ερημώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ερημώνεται
εμείς θα ερημωνόμαστε
εσείς θα ερημώνεστε / θα ερημωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερημώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερημωθώ
εσύ θα ερημωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ερημωθεί
εμείς θα ερημωθούμε
εσείς θα ερημωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερημωθούν / θα ερημωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ερημωθώ
εσύ να ερημωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ερημωθεί
εμείς να ερημωθούμε
εσείς να ερημωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ερημωθούν / ερημωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ερημωθεί
εσύ έχεις ερημωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ερημωθεί
εμείς έχουμε ερημωθεί
εσείς έχετε ερημωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ερημωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ερημωθεί
εσύ είχες ερημωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ερημωθεί
εμείς είχαμε ερημωθεί
εσείς είχατε ερημωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ερημωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ερημωθεί
εσύ θα έχεις ερημωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ερημωθεί
εμείς θα έχουμε ερημωθεί
εσείς θα έχετε ερημωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ερημωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ερημώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ερημώσου
(εσείς) ερημωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ερημώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ερημώσει
Μετοχή παρακειμένου
ερημωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ερημώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ερημωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.