to annoy, irritate
Πλήρης κλίση του ρήματος ερεθίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ερεθίζω
εσύ ερεθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ερεθίζει
εμείς ερεθίζουμε
εσείς ερεθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ερεθίζουν / ερεθίζουνε
Παρατατικός
εγώ ερέθιζα
εσύ ερέθιζες
αυτός/αυτή/αυτό ερέθιζε
εμείς ερεθίζαμε
εσείς ερεθίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ερέθιζαν / ερεθίζαν / ερεθίζανε
Αόριστος
εγώ ερέθισα
εσύ ερέθισες
αυτός/αυτή/αυτό ερέθισε
εμείς ερεθίσαμε
εσείς ερεθίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ερέθισαν / ερεθίσαν / ερεθίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ερεθίζω
εσύ θα ερεθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ερεθίζει
εμείς θα ερεθίζουμε
εσείς θα ερεθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερεθίζουν / θα ερεθίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερεθίσω
εσύ θα ερεθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ερεθίσει
εμείς θα ερεθίσουμε
εσείς θα ερεθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερεθίσουν / θα ερεθίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ερεθίσω
εσύ να ερεθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ερεθίσει
εμείς να ερεθίσουμε
εσείς να ερεθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ερεθίσουν / ερεθίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ερεθίσει
εσύ έχεις ερεθίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ερεθίσει
εμείς έχουμε ερεθίσει
εσείς έχετε ερεθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ερεθίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ερεθίσει
εσύ είχες ερεθίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ερεθίσει
εμείς είχαμε ερεθίσει
εσείς είχατε ερεθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ερεθίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ερεθίσει
εσύ θα έχεις ερεθίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ερεθίσει
εμείς θα έχουμε ερεθίσει
εσείς θα έχετε ερεθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ερεθίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ερέθιζε
(εσείς) ερεθίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ερέθισε
(εσείς) ερεθίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ερεθίζομαι
εσύ ερεθίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ερεθίζεται
εμείς ερεθιζόμαστε
εσείς ερεθίζεστε / ερεθιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ερεθίζονται
Παρατατικός
εγώ ερεθιζόμουν / ερεθιζόμουνα
εσύ ερεθιζόσουν / ερεθιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ερεθιζόταν / ερεθιζότανε
εμείς ερεθιζόμασταν / ερεθιζόμαστε
εσείς ερεθιζόσασταν / ερεθιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ερεθίζονταν / ερεθιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ερεθίστηκα
εσύ ερεθίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ερεθίστηκε
εμείς ερεθιστήκαμε
εσείς ερεθιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ερεθίστηκαν / ερεθιστήκαν / ερεθιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ερεθίζομαι
εσύ θα ερεθίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ερεθίζεται
εμείς θα ερεθιζόμαστε
εσείς θα ερεθίζεστε / θα ερεθιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερεθίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερεθιστώ
εσύ θα ερεθιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ερεθιστεί
εμείς θα ερεθιστούμε
εσείς θα ερεθιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ερεθιστούν / θα ερεθιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ερεθιστώ
εσύ να ερεθιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ερεθιστεί
εμείς να ερεθιστούμε
εσείς να ερεθιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ερεθιστούν / ερεθιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ερεθιστεί
εσύ έχεις ερεθιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ερεθιστεί
εμείς έχουμε ερεθιστεί
εσείς έχετε ερεθιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ερεθιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ερεθιστεί
εσύ είχες ερεθιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ερεθιστεί
εμείς είχαμε ερεθιστεί
εσείς είχατε ερεθιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ερεθιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ερεθιστεί
εσύ θα έχεις ερεθιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ερεθιστεί
εμείς θα έχουμε ερεθιστεί
εσείς θα έχετε ερεθιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ερεθιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ερεθίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ερεθίσου
(εσείς) ερεθιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ερεθίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ερεθίσει
Μετοχή παρακειμένου
ερεθισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ερεθίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ερεθιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.