to take advantage of, to avail oneself of [with από (apó, + accusative) or accusative or (learnedly) genitive] (to make beneficial use of)
Πλήρης κλίση του ρήματος επωφελούμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επωφελούμαι
εσύ επωφελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό επωφελείται
εμείς επωφελούμαστε / επωφελούμεθα
εσείς επωφελείστε / επωφελείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά επωφελούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό επωφελούνταν / επωφελείτο
εμείς επωφελούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επωφελούνταν / επωφελούντο
Αόριστος
εγώ επωφελήθηκα
εσύ επωφελήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επωφελήθηκε
εμείς επωφεληθήκαμε
εσείς επωφεληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επωφελήθηκαν / επωφεληθήκαν / επωφεληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επωφελούμαι
εσύ θα επωφελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επωφελείται
εμείς θα επωφελούμαστε / θα επωφελούμεθα
εσείς θα επωφελείστε / θα επωφελείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επωφελούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επωφεληθώ
εσύ θα επωφεληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επωφεληθεί
εμείς θα επωφεληθούμε
εσείς θα επωφεληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επωφεληθούν / θα επωφεληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επωφεληθώ
εσύ να επωφεληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επωφεληθεί
εμείς να επωφεληθούμε
εσείς να επωφεληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επωφεληθούν / επωφεληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επωφεληθεί
εσύ έχεις επωφεληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επωφεληθεί
εμείς έχουμε επωφεληθεί
εσείς έχετε επωφεληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επωφεληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επωφεληθεί
εσύ είχες επωφεληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επωφεληθεί
εμείς είχαμε επωφεληθεί
εσείς είχατε επωφεληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επωφεληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επωφεληθεί
εσύ θα έχεις επωφεληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επωφεληθεί
εμείς θα έχουμε επωφεληθεί
εσείς θα έχετε επωφεληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επωφεληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επωφελείστε / επωφελείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επωφελήσου
(εσείς) επωφεληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
επωφελούμενος, -η, -ο / επωφελημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
επωφεληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.