to shoulder
Πλήρης κλίση του ρήματος επωμίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επωμίζομαι
εσύ επωμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επωμίζεται
εμείς επωμιζόμαστε
εσείς επωμίζεστε / επωμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επωμίζονται
Παρατατικός
εγώ επωμιζόμουν / επωμιζόμουνα
εσύ επωμιζόσουν / επωμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επωμιζόταν / επωμιζότανε
εμείς επωμιζόμασταν / επωμιζόμαστε
εσείς επωμιζόσασταν / επωμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επωμίζονταν / επωμιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ επωμίστηκα
εσύ επωμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό επωμίστηκε
εμείς επωμιστήκαμε
εσείς επωμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επωμίστηκαν / επωμιστήκαν / επωμιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επωμίζομαι
εσύ θα επωμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επωμίζεται
εμείς θα επωμιζόμαστε
εσείς θα επωμίζεστε / θα επωμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επωμίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επωμιστώ
εσύ θα επωμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επωμιστεί
εμείς θα επωμιστούμε
εσείς θα επωμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επωμιστούν / θα επωμιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επωμιστώ
εσύ να επωμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να επωμιστεί
εμείς να επωμιστούμε
εσείς να επωμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επωμιστούν / επωμιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επωμιστεί
εσύ έχεις επωμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επωμιστεί
εμείς έχουμε επωμιστεί
εσείς έχετε επωμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επωμιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επωμιστεί
εσύ είχες επωμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επωμιστεί
εμείς είχαμε επωμιστεί
εσείς είχατε επωμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επωμιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επωμιστεί
εσύ θα έχεις επωμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επωμιστεί
εμείς θα έχουμε επωμιστεί
εσείς θα έχετε επωμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επωμιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επωμίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επωμίσου
(εσείς) επωμιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
επωμισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
επωμιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.