Κλίση του ρήματος επουλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επουλώνω
to heal (:wound)
Πλήρης κλίση του ρήματος επουλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επουλώνω
εσύ επουλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό επουλώνει
εμείς επουλώνουμε
εσείς επουλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επουλώνουν / επουλώνουνε

Παρατατικός

εγώ επούλωνα
εσύ επούλωνες
αυτός/αυτή/αυτό επούλωνε
εμείς επουλώναμε
εσείς επουλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επούλωναν / επουλώναν / επουλώνανε

Αόριστος

εγώ επούλωσα
εσύ επούλωσες
αυτός/αυτή/αυτό επούλωσε
εμείς επουλώσαμε
εσείς επουλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επούλωσαν / επουλώσαν / επουλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επουλώνω
εσύ θα επουλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επουλώνει
εμείς θα επουλώνουμε
εσείς θα επουλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επουλώνουν / θα επουλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επουλώσω
εσύ θα επουλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επουλώσει
εμείς θα επουλώσουμε
εσείς θα επουλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επουλώσουν / θα επουλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επουλώσω
εσύ να επουλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επουλώσει
εμείς να επουλώσουμε
εσείς να επουλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επουλώσουν / επουλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επουλώσει
εσύ έχεις επουλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επουλώσει
εμείς έχουμε επουλώσει
εσείς έχετε επουλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επουλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επουλώσει
εσύ είχες επουλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επουλώσει
εμείς είχαμε επουλώσει
εσείς είχατε επουλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επουλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επουλώσει
εσύ θα έχεις επουλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επουλώσει
εμείς θα έχουμε επουλώσει
εσείς θα έχετε επουλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επουλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) επούλωνε
(εσείς) επουλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επούλωσε
(εσείς) επουλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επουλώνομαι
εσύ επουλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επουλώνεται
εμείς επουλωνόμαστε
εσείς επουλώνεστε / επουλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επουλώνονται

Παρατατικός

εγώ επουλωνόμουν / επουλωνόμουνα
εσύ επουλωνόσουν / επουλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επουλωνόταν / επουλωνότανε
εμείς επουλωνόμασταν / επουλωνόμαστε
εσείς επουλωνόσασταν / επουλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επουλώνονταν / επουλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ επουλώθηκα
εσύ επουλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επουλώθηκε
εμείς επουλωθήκαμε
εσείς επουλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επουλώθηκαν / επουλωθήκαν / επουλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επουλώνομαι
εσύ θα επουλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επουλώνεται
εμείς θα επουλωνόμαστε
εσείς θα επουλώνεστε / θα επουλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επουλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επουλωθώ
εσύ θα επουλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επουλωθεί
εμείς θα επουλωθούμε
εσείς θα επουλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επουλωθούν / θα επουλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επουλωθώ
εσύ να επουλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επουλωθεί
εμείς να επουλωθούμε
εσείς να επουλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επουλωθούν / επουλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επουλωθεί
εσύ έχεις επουλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επουλωθεί
εμείς έχουμε επουλωθεί
εσείς έχετε επουλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επουλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επουλωθεί
εσύ είχες επουλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επουλωθεί
εμείς είχαμε επουλωθεί
εσείς είχατε επουλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επουλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επουλωθεί
εσύ θα έχεις επουλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επουλωθεί
εμείς θα έχουμε επουλωθεί
εσείς θα έχετε επουλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επουλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επουλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επουλώσου
(εσείς) επουλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επουλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επουλώσει

Μετοχή παρακειμένου

επουλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επουλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επουλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.