Κλίση του ρήματος επιχειρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επιχειρώ
to tackle or undertake (a task)
Πλήρης κλίση του ρήματος επιχειρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιχειρώ
εσύ επιχειρείς
αυτός/αυτή/αυτό επιχειρεί
εμείς επιχειρούμε
εσείς επιχειρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επιχειρούν / επιχειρούνε

Παρατατικός

εγώ επιχειρούσα
εσύ επιχειρούσες
αυτός/αυτή/αυτό επιχειρούσε
εμείς επιχειρούσαμε
εσείς επιχειρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιχειρούσαν / επιχειρούσανε

Αόριστος

εγώ επιχείρησα / επεχείρησα
εσύ επιχείρησες / επεχείρησες
αυτός/αυτή/αυτό επιχείρησε / επεχείρησε
εμείς επιχειρήσαμε
εσείς επιχειρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιχείρησαν / επιχειρήσαν / επιχειρήσανε / επεχείρησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιχειρώ
εσύ θα επιχειρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιχειρεί
εμείς θα επιχειρούμε
εσείς θα επιχειρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιχειρούν / θα επιχειρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιχειρήσω
εσύ θα επιχειρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιχειρήσει
εμείς θα επιχειρήσουμε
εσείς θα επιχειρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιχειρήσουν / θα επιχειρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιχειρήσω
εσύ να επιχειρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιχειρήσει
εμείς να επιχειρήσουμε
εσείς να επιχειρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιχειρήσουν / επιχειρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιχειρήσει
εσύ έχεις επιχειρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιχειρήσει
εμείς έχουμε επιχειρήσει
εσείς έχετε επιχειρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιχειρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιχειρήσει
εσύ είχες επιχειρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιχειρήσει
εμείς είχαμε επιχειρήσει
εσείς είχατε επιχειρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιχειρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιχειρήσει
εσύ θα έχεις επιχειρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιχειρήσει
εμείς θα έχουμε επιχειρήσει
εσείς θα έχετε επιχειρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιχειρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επιχειρείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιχείρησε
(εσείς) επιχειρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιχειρούμαι
εσύ επιχειρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιχειρείται
εμείς επιχειρούμαστε
εσείς επιχειρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιχειρούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό επιχειρούνταν
εμείς επιχειρούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιχειρούνταν / επιχειρούντο

Αόριστος

εγώ επιχειρήθηκα
εσύ επιχειρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιχειρήθηκε
εμείς επιχειρηθήκαμε
εσείς επιχειρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιχειρήθηκαν / επιχειρηθήκαν / επιχειρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιχειρούμαι
εσύ θα επιχειρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιχειρείται
εμείς θα επιχειρούμαστε
εσείς θα επιχειρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιχειρούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιχειρηθώ
εσύ θα επιχειρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιχειρηθεί
εμείς θα επιχειρηθούμε
εσείς θα επιχειρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιχειρηθούν / θα επιχειρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιχειρηθώ
εσύ να επιχειρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιχειρηθεί
εμείς να επιχειρηθούμε
εσείς να επιχειρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιχειρηθούν / επιχειρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιχειρηθεί
εσύ έχεις επιχειρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιχειρηθεί
εμείς έχουμε επιχειρηθεί
εσείς έχετε επιχειρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιχειρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιχειρηθεί
εσύ είχες επιχειρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιχειρηθεί
εμείς είχαμε επιχειρηθεί
εσείς είχατε επιχειρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιχειρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιχειρηθεί
εσύ θα έχεις επιχειρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιχειρηθεί
εμείς θα έχουμε επιχειρηθεί
εσείς θα έχετε επιχειρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιχειρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επιχειρείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιχειρήσου
(εσείς) επιχειρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επιχειρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επιχειρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

επιχειρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

επιχειρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επιχειρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επιχειρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.