Κλίση του ρήματος επιτρέπω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επιτρέπω
to allow, permit
Πλήρης κλίση του ρήματος επιτρέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιτρέπω
εσύ επιτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό επιτρέπει
εμείς επιτρέπουμε
εσείς επιτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιτρέπουν / επιτρέπουνε

Παρατατικός

εγώ επέτρεπα
εσύ επέτρεπες
αυτός/αυτή/αυτό επέτρεπε
εμείς επιτρέπαμε
εσείς επιτρέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέτρεπαν / επιτρέπαν / επιτρέπανε

Αόριστος

εγώ επέτρεψα
εσύ επέτρεψες
αυτός/αυτή/αυτό επέτρεψε
εμείς επιτρέψαμε
εσείς επιτρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέτρεψαν / επιτρέψαν / επιτρέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιτρέπω
εσύ θα επιτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιτρέπει
εμείς θα επιτρέπουμε
εσείς θα επιτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιτρέπουν / θα επιτρέπουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιτρέψω
εσύ θα επιτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιτρέψει
εμείς θα επιτρέψουμε
εσείς θα επιτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιτρέψουν / θα επιτρέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιτρέψω
εσύ να επιτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιτρέψει
εμείς να επιτρέψουμε
εσείς να επιτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιτρέψουν / επιτρέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιτρέψει
εσύ έχεις επιτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιτρέψει
εμείς έχουμε επιτρέψει
εσείς έχετε επιτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιτρέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιτρέψει
εσύ είχες επιτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιτρέψει
εμείς είχαμε επιτρέψει
εσείς είχατε επιτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιτρέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιτρέψει
εσύ θα έχεις επιτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιτρέψει
εμείς θα έχουμε επιτρέψει
εσείς θα έχετε επιτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιτρέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) επίτρεπε
(εσείς) επιτρέπετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επίτρεψε
(εσείς) επιτρέψτε / επιτρέψατε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιτρέπομαι
εσύ επιτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιτρέπεται
εμείς επιτρεπόμαστε
εσείς επιτρέπεστε / επιτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιτρέπονται

Παρατατικός

εγώ επιτρεπόμουν / επιτρεπόμουνα
εσύ επιτρεπόσουν / επιτρεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επιτρεπόταν / επιτρεπότανε
εμείς επιτρεπόμασταν / επιτρεπόμαστε
εσείς επιτρεπόσασταν / επιτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιτρέπονταν / επιτρεπόντουσαν

Αόριστος

εγώ επιτράπηκα
εσύ επιτράπηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιτράπηκε / επετράπη
εμείς επιτραπήκαμε
εσείς επιτραπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιτράπηκαν / επιτραπήκαν / επιτραπήκανε / επετράπησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιτρέπομαι
εσύ θα επιτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιτρέπεται
εμείς θα επιτρεπόμαστε
εσείς θα επιτρέπεστε / θα επιτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιτρέπονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιτραπώ
εσύ θα επιτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιτραπεί
εμείς θα επιτραπούμε
εσείς θα επιτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιτραπούν / θα επιτραπούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιτραπώ
εσύ να επιτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιτραπεί
εμείς να επιτραπούμε
εσείς να επιτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιτραπούν / επιτραπούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιτραπεί
εσύ έχεις επιτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιτραπεί
εμείς έχουμε επιτραπεί
εσείς έχετε επιτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιτραπεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιτραπεί
εσύ είχες επιτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιτραπεί
εμείς είχαμε επιτραπεί
εσείς είχατε επιτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιτραπεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιτραπεί
εσύ θα έχεις επιτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιτραπεί
εμείς θα έχουμε επιτραπεί
εσείς θα έχετε επιτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιτραπεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επιτρέπεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιτρέψου
(εσείς) επιτραπείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επιτρέποντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επιτρέψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

επιτρεπόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επιτρέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επιτραπεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.