to accelerate, to speed up
Πλήρης κλίση του ρήματος επιταχύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιταχύνω
εσύ επιταχύνεις
αυτός/αυτή/αυτό επιταχύνει
εμείς επιταχύνουμε
εσείς επιταχύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιταχύνουν / επιταχύνουνε
Παρατατικός
εγώ επιτάχυνα
εσύ επιτάχυνες
αυτός/αυτή/αυτό επιτάχυνε
εμείς επιταχύναμε
εσείς επιταχύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιτάχυναν / επιταχύναν / επιταχύνανε
Αόριστος
εγώ επιτάχυνα
εσύ επιτάχυνες
αυτός/αυτή/αυτό επιτάχυνε
εμείς επιταχύναμε
εσείς επιταχύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιτάχυναν / επιταχύναν / επιταχύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιταχύνω
εσύ θα επιταχύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιταχύνει
εμείς θα επιταχύνουμε
εσείς θα επιταχύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιταχύνουν / θα επιταχύνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιταχύνω
εσύ θα επιταχύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιταχύνει
εμείς θα επιταχύνουμε
εσείς θα επιταχύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιταχύνουν / θα επιταχύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιταχύνω
εσύ να επιταχύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιταχύνει
εμείς να επιταχύνουμε
εσείς να επιταχύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιταχύνουν / επιταχύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιταχύνει
εσύ έχεις επιταχύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιταχύνει
εμείς έχουμε επιταχύνει
εσείς έχετε επιταχύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιταχύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιταχύνει
εσύ είχες επιταχύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιταχύνει
εμείς είχαμε επιταχύνει
εσείς είχατε επιταχύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιταχύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιταχύνει
εσύ θα έχεις επιταχύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιταχύνει
εμείς θα έχουμε επιταχύνει
εσείς θα έχετε επιταχύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιταχύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επιτάχυνε
(εσείς) επιταχύνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επιτάχυνε
(εσείς) επιταχύνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιταχύνομαι
εσύ επιταχύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιταχύνεται
εμείς επιταχυνόμαστε
εσείς επιταχύνεστε / επιταχυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιταχύνονται
Παρατατικός
εγώ επιταχυνόμουν / επιταχυνόμουνα
εσύ επιταχυνόσουν / επιταχυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επιταχυνόταν / επιταχυνότανε
εμείς επιταχυνόμασταν / επιταχυνόμαστε
εσείς επιταχυνόσασταν / επιταχυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιταχύνονταν / επιταχυνόντουσαν
Αόριστος
εγώ επιταχύνθηκα
εσύ επιταχύνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιταχύνθηκε
εμείς επιταχυνθήκαμε
εσείς επιταχυνθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιταχύνθηκαν / επιταχυνθήκαν / επιταχυνθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιταχύνομαι
εσύ θα επιταχύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιταχύνεται
εμείς θα επιταχυνόμαστε
εσείς θα επιταχύνεστε / θα επιταχυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιταχύνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιταχυνθώ
εσύ θα επιταχυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιταχυνθεί
εμείς θα επιταχυνθούμε
εσείς θα επιταχυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιταχυνθούν / θα επιταχυνθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιταχυνθώ
εσύ να επιταχυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιταχυνθεί
εμείς να επιταχυνθούμε
εσείς να επιταχυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιταχυνθούν / επιταχυνθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιταχυνθεί
εσύ έχεις επιταχυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιταχυνθεί
εμείς έχουμε επιταχυνθεί
εσείς έχετε επιταχυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιταχυνθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιταχυνθεί
εσύ είχες επιταχυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιταχυνθεί
εμείς είχαμε επιταχυνθεί
εσείς είχατε επιταχυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιταχυνθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιταχυνθεί
εσύ θα έχεις επιταχυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιταχυνθεί
εμείς θα έχουμε επιταχυνθεί
εσείς θα έχετε επιταχυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιταχυνθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επιταχύνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επιταχύνσου
(εσείς) επιταχυνθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επιταχύνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επιταχύνει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
επιταχυνόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
επιταχυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επιταχύνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επιταχυνθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.