to brandish as a threat, threaten
Πλήρης κλίση του ρήματος επισείω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επισείω
εσύ επισείεις
αυτός/αυτή/αυτό επισείει
εμείς επισείουμε
εσείς επισείετε
αυτοί/αυτές/αυτά επισείουν / επισείουνε
Παρατατικός
εγώ επέσεια
εσύ επέσειες
αυτός/αυτή/αυτό επέσειε
εμείς επισείαμε
εσείς επισείατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέσειαν / επισείαν / επισείανε
Αόριστος
εγώ επέσεισα
εσύ επέσεισες
αυτός/αυτή/αυτό επέσεισε
εμείς επισείσαμε
εσείς επισείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέσεισαν / επισείσαν / επισείσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επισείω
εσύ θα επισείεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επισείει
εμείς θα επισείουμε
εσείς θα επισείετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επισείουν / θα επισείουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επισείσω
εσύ θα επισείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επισείσει
εμείς θα επισείσουμε
εσείς θα επισείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επισείσουν / θα επισείσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επισείσω
εσύ να επισείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επισείσει
εμείς να επισείσουμε
εσείς να επισείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επισείσουν / επισείσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επισείσει
εσύ έχεις επισείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επισείσει
εμείς έχουμε επισείσει
εσείς έχετε επισείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επισείσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επισείσει
εσύ είχες επισείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επισείσει
εμείς είχαμε επισείσει
εσείς είχατε επισείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επισείσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επισείσει
εσύ θα έχεις επισείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επισείσει
εμείς θα έχουμε επισείσει
εσείς θα έχετε επισείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επισείσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επίσειε
(εσείς) επισείετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επίσεισε
(εσείς) επισείστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επισείομαι
εσύ επισείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επισείεται
εμείς επισειόμαστε
εσείς επισείεστε / επισειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επισείονται
Παρατατικός
εγώ επισειόμουν / επισειόμουνα
εσύ επισειόσουν / επισειόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επισειόταν / επισειότανε
εμείς επισειόμασταν / επισειόμαστε
εσείς επισειόσασταν / επισειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επισείονταν / επισειόντουσαν
Αόριστος
εγώ επισείστηκα
εσύ επισείστηκες
αυτός/αυτή/αυτό επισείστηκε
εμείς επισειστήκαμε
εσείς επισειστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επισείστηκαν / επισειστήκαν / επισειστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επισείομαι
εσύ θα επισείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επισείεται
εμείς θα επισειόμαστε
εσείς θα επισείεστε / θα επισειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επισείονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επισειστώ
εσύ θα επισειστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επισειστεί
εμείς θα επισειστούμε
εσείς θα επισειστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επισειστούν / θα επισειστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επισειστώ
εσύ να επισειστείς
αυτός/αυτή/αυτό να επισειστεί
εμείς να επισειστούμε
εσείς να επισειστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επισειστούν / επισειστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επισειστεί
εσύ έχεις επισειστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επισειστεί
εμείς έχουμε επισειστεί
εσείς έχετε επισειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επισειστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επισειστεί
εσύ είχες επισειστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επισειστεί
εμείς είχαμε επισειστεί
εσείς είχατε επισειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επισειστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επισειστεί
εσύ θα έχεις επισειστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επισειστεί
εμείς θα έχουμε επισειστεί
εσείς θα έχετε επισειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επισειστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επισείεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επισείσου
(εσείς) επισειστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επισείοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επισείσει
Απαρέμφατο
επισείσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επισειστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.