Κλίση του ρήματος επινοώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επινοώ
to invent, to devise (to design a new process or mechanism)
Πλήρης κλίση του ρήματος επινοώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επινοώ
εσύ επινοείς
αυτός/αυτή/αυτό επινοεί
εμείς επινοούμε
εσείς επινοείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επινοούν / επινοούνε

Παρατατικός

εγώ επινοούσα
εσύ επινοούσες
αυτός/αυτή/αυτό επινοούσε
εμείς επινοούσαμε
εσείς επινοούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επινοούσαν / επινοούσανε

Αόριστος

εγώ επινόησα
εσύ επινόησες
αυτός/αυτή/αυτό επινόησε
εμείς επινοήσαμε
εσείς επινοήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επινόησαν / επινοήσαν / επινοήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επινοώ
εσύ θα επινοείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επινοεί
εμείς θα επινοούμε
εσείς θα επινοείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επινοούν / θα επινοούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επινοήσω
εσύ θα επινοήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επινοήσει
εμείς θα επινοήσουμε
εσείς θα επινοήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επινοήσουν / θα επινοήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επινοήσω
εσύ να επινοήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επινοήσει
εμείς να επινοήσουμε
εσείς να επινοήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επινοήσουν / επινοήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επινοήσει
εσύ έχεις επινοήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επινοήσει
εμείς έχουμε επινοήσει
εσείς έχετε επινοήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επινοήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επινοήσει
εσύ είχες επινοήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επινοήσει
εμείς είχαμε επινοήσει
εσείς είχατε επινοήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επινοήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επινοήσει
εσύ θα έχεις επινοήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επινοήσει
εμείς θα έχουμε επινοήσει
εσείς θα έχετε επινοήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επινοήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επινοείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επινόησε
(εσείς) επινοήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επινοούμαι
εσύ επινοείσαι
αυτός/αυτή/αυτό επινοείται
εμείς επινοούμαστε
εσείς επινοείστε
αυτοί/αυτές/αυτά επινοούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό επινοούνταν / επινοείτο
εμείς επινοούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επινοούνταν / επινοούντο

Αόριστος

εγώ επινοήθηκα
εσύ επινοήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επινοήθηκε
εμείς επινοηθήκαμε
εσείς επινοηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επινοήθηκαν / επινοηθήκαν / επινοηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επινοούμαι
εσύ θα επινοείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επινοείται
εμείς θα επινοούμαστε
εσείς θα επινοείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επινοούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επινοηθώ
εσύ θα επινοηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επινοηθεί
εμείς θα επινοηθούμε
εσείς θα επινοηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επινοηθούν / θα επινοηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επινοηθώ
εσύ να επινοηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επινοηθεί
εμείς να επινοηθούμε
εσείς να επινοηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επινοηθούν / επινοηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επινοηθεί
εσύ έχεις επινοηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επινοηθεί
εμείς έχουμε επινοηθεί
εσείς έχετε επινοηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επινοηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επινοηθεί
εσύ είχες επινοηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επινοηθεί
εμείς είχαμε επινοηθεί
εσείς είχατε επινοηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επινοηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επινοηθεί
εσύ θα έχεις επινοηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επινοηθεί
εμείς θα έχουμε επινοηθεί
εσείς θα έχετε επινοηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επινοηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επινοείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επινοήσου
(εσείς) επινοηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επινοώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επινοήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

επινοούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

επινοημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επινοήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επινοηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.