to confirm, affirm, certify, validate (by an official, confirming legal validity)
Πλήρης κλίση του ρήματος επικυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικυρώνω
εσύ επικυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό επικυρώνει
εμείς επικυρώνουμε
εσείς επικυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επικυρώνουν / επικυρώνουνε
Παρατατικός
εγώ επικύρωνα
εσύ επικύρωνες
αυτός/αυτή/αυτό επικύρωνε
εμείς επικυρώναμε
εσείς επικυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικύρωναν / επικυρώναν / επικυρώνανε
Αόριστος
εγώ επικύρωσα
εσύ επικύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό επικύρωσε
εμείς επικυρώσαμε
εσείς επικυρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικύρωσαν / επικυρώσαν / επικυρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικυρώνω
εσύ θα επικυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικυρώνει
εμείς θα επικυρώνουμε
εσείς θα επικυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικυρώνουν / θα επικυρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικυρώσω
εσύ θα επικυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικυρώσει
εμείς θα επικυρώσουμε
εσείς θα επικυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικυρώσουν / θα επικυρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικυρώσω
εσύ να επικυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επικυρώσει
εμείς να επικυρώσουμε
εσείς να επικυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικυρώσουν / επικυρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικυρώσει
εσύ έχεις επικυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικυρώσει
εμείς έχουμε επικυρώσει
εσείς έχετε επικυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικυρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικυρώσει
εσύ είχες επικυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικυρώσει
εμείς είχαμε επικυρώσει
εσείς είχατε επικυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικυρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικυρώσει
εσύ θα έχεις επικυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικυρώσει
εμείς θα έχουμε επικυρώσει
εσείς θα έχετε επικυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικυρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επικύρωνε
(εσείς) επικυρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικύρωσε
(εσείς) επικυρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικυρώνομαι
εσύ επικυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επικυρώνεται
εμείς επικυρωνόμαστε
εσείς επικυρώνεστε / επικυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επικυρώνονται
Παρατατικός
εγώ επικυρωνόμουν / επικυρωνόμουνα
εσύ επικυρωνόσουν / επικυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επικυρωνόταν / επικυρωνότανε
εμείς επικυρωνόμασταν / επικυρωνόμαστε
εσείς επικυρωνόσασταν / επικυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επικυρώνονταν / επικυρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ επικυρώθηκα
εσύ επικυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επικυρώθηκε
εμείς επικυρωθήκαμε
εσείς επικυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικυρώθηκαν / επικυρωθήκαν / επικυρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικυρώνομαι
εσύ θα επικυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επικυρώνεται
εμείς θα επικυρωνόμαστε
εσείς θα επικυρώνεστε / θα επικυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικυρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικυρωθώ
εσύ θα επικυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επικυρωθεί
εμείς θα επικυρωθούμε
εσείς θα επικυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικυρωθούν / θα επικυρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικυρωθώ
εσύ να επικυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επικυρωθεί
εμείς να επικυρωθούμε
εσείς να επικυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικυρωθούν / επικυρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικυρωθεί
εσύ έχεις επικυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικυρωθεί
εμείς έχουμε επικυρωθεί
εσείς έχετε επικυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικυρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικυρωθεί
εσύ είχες επικυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικυρωθεί
εμείς είχαμε επικυρωθεί
εσείς είχατε επικυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικυρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικυρωθεί
εσύ θα έχεις επικυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικυρωθεί
εμείς θα έχουμε επικυρωθεί
εσείς θα έχετε επικυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικυρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επικυρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικυρώσου
(εσείς) επικυρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επικυρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επικυρώσει
Μετοχή παρακειμένου
επικυρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επικυρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επικυρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.