to talk, communicate, contact
Πλήρης κλίση του ρήματος επικοινωνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικοινωνώ
εσύ επικοινωνείς
αυτός/αυτή/αυτό επικοινωνεί
εμείς επικοινωνούμε
εσείς επικοινωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επικοινωνούν / επικοινωνούνε
Παρατατικός
εγώ επικοινωνούσα
εσύ επικοινωνούσες
αυτός/αυτή/αυτό επικοινωνούσε
εμείς επικοινωνούσαμε
εσείς επικοινωνούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικοινωνούσαν / επικοινωνούσανε
Αόριστος
εγώ επικοινώνησα
εσύ επικοινώνησες
αυτός/αυτή/αυτό επικοινώνησε
εμείς επικοινωνήσαμε
εσείς επικοινωνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικοινώνησαν / επικοινωνήσαν / επικοινωνήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικοινωνώ
εσύ θα επικοινωνείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επικοινωνεί
εμείς θα επικοινωνούμε
εσείς θα επικοινωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικοινωνούν / θα επικοινωνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικοινωνήσω
εσύ θα επικοινωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικοινωνήσει
εμείς θα επικοινωνήσουμε
εσείς θα επικοινωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικοινωνήσουν / θα επικοινωνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικοινωνήσω
εσύ να επικοινωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επικοινωνήσει
εμείς να επικοινωνήσουμε
εσείς να επικοινωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικοινωνήσουν / επικοινωνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικοινωνήσει
εσύ έχεις επικοινωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικοινωνήσει
εμείς έχουμε επικοινωνήσει
εσείς έχετε επικοινωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικοινωνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικοινωνήσει
εσύ είχες επικοινωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικοινωνήσει
εμείς είχαμε επικοινωνήσει
εσείς είχατε επικοινωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικοινωνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικοινωνήσει
εσύ θα έχεις επικοινωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικοινωνήσει
εμείς θα έχουμε επικοινωνήσει
εσείς θα έχετε επικοινωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικοινωνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επικοινωνείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικοινώνησε
(εσείς) επικοινωνήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επικοινωνώντας / έχοντας επικοινωνήσει
Απαρέμφατο
επικοινωνήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.