to centre (UK), to center (US) (to give (something) a central basis)
Πλήρης κλίση του ρήματος επικεντρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικεντρώνω
εσύ επικεντρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό επικεντρώνει
εμείς επικεντρώνουμε
εσείς επικεντρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επικεντρώνουν / επικεντρώνουνε
Παρατατικός
εγώ επικέντρωνα
εσύ επικέντρωνες
αυτός/αυτή/αυτό επικέντρωνε
εμείς επικεντρώναμε
εσείς επικεντρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικέντρωναν / επικεντρώναν / επικεντρώνανε
Αόριστος
εγώ επικέντρωσα
εσύ επικέντρωσες
αυτός/αυτή/αυτό επικέντρωσε
εμείς επικεντρώσαμε
εσείς επικεντρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικέντρωσαν / επικεντρώσαν / επικεντρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικεντρώνω
εσύ θα επικεντρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικεντρώνει
εμείς θα επικεντρώνουμε
εσείς θα επικεντρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικεντρώνουν / θα επικεντρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικεντρώσω
εσύ θα επικεντρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικεντρώσει
εμείς θα επικεντρώσουμε
εσείς θα επικεντρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικεντρώσουν / θα επικεντρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικεντρώσω
εσύ να επικεντρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επικεντρώσει
εμείς να επικεντρώσουμε
εσείς να επικεντρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικεντρώσουν / επικεντρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικεντρώσει
εσύ έχεις επικεντρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικεντρώσει
εμείς έχουμε επικεντρώσει
εσείς έχετε επικεντρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικεντρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικεντρώσει
εσύ είχες επικεντρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικεντρώσει
εμείς είχαμε επικεντρώσει
εσείς είχατε επικεντρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικεντρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικεντρώσει
εσύ θα έχεις επικεντρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικεντρώσει
εμείς θα έχουμε επικεντρώσει
εσείς θα έχετε επικεντρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικεντρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επικέντρωνε
(εσείς) επικεντρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικέντρωσε
(εσείς) επικεντρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικεντρώνομαι
εσύ επικεντρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επικεντρώνεται
εμείς επικεντρωνόμαστε
εσείς επικεντρώνεστε / επικεντρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επικεντρώνονται
Παρατατικός
εγώ επικεντρωνόμουν / επικεντρωνόμουνα
εσύ επικεντρωνόσουν / επικεντρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επικεντρωνόταν / επικεντρωνότανε
εμείς επικεντρωνόμασταν / επικεντρωνόμαστε
εσείς επικεντρωνόσασταν / επικεντρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επικεντρώνονταν / επικεντρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ επικεντρώθηκα
εσύ επικεντρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επικεντρώθηκε
εμείς επικεντρωθήκαμε
εσείς επικεντρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικεντρώθηκαν / επικεντρωθήκαν / επικεντρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικεντρώνομαι
εσύ θα επικεντρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επικεντρώνεται
εμείς θα επικεντρωνόμαστε
εσείς θα επικεντρώνεστε / θα επικεντρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικεντρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικεντρωθώ
εσύ θα επικεντρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επικεντρωθεί
εμείς θα επικεντρωθούμε
εσείς θα επικεντρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικεντρωθούν / θα επικεντρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικεντρωθώ
εσύ να επικεντρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επικεντρωθεί
εμείς να επικεντρωθούμε
εσείς να επικεντρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικεντρωθούν / επικεντρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικεντρωθεί
εσύ έχεις επικεντρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικεντρωθεί
εμείς έχουμε επικεντρωθεί
εσείς έχετε επικεντρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικεντρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικεντρωθεί
εσύ είχες επικεντρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικεντρωθεί
εμείς είχαμε επικεντρωθεί
εσείς είχατε επικεντρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικεντρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικεντρωθεί
εσύ θα έχεις επικεντρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικεντρωθεί
εμείς θα έχουμε επικεντρωθεί
εσείς θα έχετε επικεντρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικεντρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επικεντρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικεντρώσου
(εσείς) επικεντρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επικεντρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επικεντρώσει
Μετοχή παρακειμένου
επικεντρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επικεντρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επικεντρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.