to cover over, overlap (of a surface, sound, subject, authority)
Πλήρης κλίση του ρήματος επικαλύπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικαλύπτω
εσύ επικαλύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό επικαλύπτει
εμείς επικαλύπτουμε
εσείς επικαλύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά επικαλύπτουν / επικαλύπτουνε
Παρατατικός
εγώ επικάλυπτα
εσύ επικάλυπτες
αυτός/αυτή/αυτό επικάλυπτε
εμείς επικαλύπταμε
εσείς επικαλύπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικάλυπταν / επικαλύπταν / επικαλύπτανε
Αόριστος
εγώ επικάλυψα
εσύ επικάλυψες
αυτός/αυτή/αυτό επικάλυψε
εμείς επικαλύψαμε
εσείς επικαλύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικάλυψαν / επικαλύψαν / επικαλύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικαλύπτω
εσύ θα επικαλύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικαλύπτει
εμείς θα επικαλύπτουμε
εσείς θα επικαλύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικαλύπτουν / θα επικαλύπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικαλύψω
εσύ θα επικαλύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επικαλύψει
εμείς θα επικαλύψουμε
εσείς θα επικαλύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικαλύψουν / θα επικαλύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικαλύψω
εσύ να επικαλύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να επικαλύψει
εμείς να επικαλύψουμε
εσείς να επικαλύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικαλύψουν / επικαλύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικαλύψει
εσύ έχεις επικαλύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικαλύψει
εμείς έχουμε επικαλύψει
εσείς έχετε επικαλύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικαλύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικαλύψει
εσύ είχες επικαλύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικαλύψει
εμείς είχαμε επικαλύψει
εσείς είχατε επικαλύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικαλύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικαλύψει
εσύ θα έχεις επικαλύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικαλύψει
εμείς θα έχουμε επικαλύψει
εσείς θα έχετε επικαλύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικαλύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επικάλυπτε
(εσείς) επικαλύπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικάλυψε
(εσείς) επικαλύψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επικαλύπτομαι
εσύ επικαλύπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επικαλύπτεται
εμείς επικαλυπτόμαστε
εσείς επικαλύπτεστε / επικαλύπτεσθε / επικαλυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επικαλύπτονται
Παρατατικός
εγώ επικαλυπτόμουν / επικαλυπτόμουνα
εσύ επικαλυπτόσουν / επικαλυπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επικαλυπτόταν / επικαλυπτότανε
εμείς επικαλυπτόμασταν / επικαλυπτόμαστε
εσείς επικαλυπτόσασταν / επικαλυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επικαλύπτονταν / επικαλυπτόντουσαν
Αόριστος
εγώ επικαλύφτηκα / επικαλύφθηκα
εσύ επικαλύφτηκες / επικαλύφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επικαλύφτηκε / επικαλύφθηκε
εμείς επικαλυφτήκαμε / επικαλυφθήκαμε
εσείς επικαλυφτήκατε / επικαλυφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επικαλύφτηκαν / επικαλυφτήκαν / επικαλυφτήκανε / επικαλύφθηκαν / επικαλυφθήκαν / επικαλυφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επικαλύπτομαι
εσύ θα επικαλύπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επικαλύπτεται
εμείς θα επικαλυπτόμαστε
εσείς θα επικαλύπτεστε / θα επικαλύπτεσθε / θα επικαλυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικαλύπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικαλυφτώ / θα επικαλυφθώ
εσύ θα επικαλυφτείς / θα επικαλυφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επικαλυφτεί / θα επικαλυφθεί
εμείς θα επικαλυφτούμε / θα επικαλυφθούμε
εσείς θα επικαλυφτείτε / θα επικαλυφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επικαλυφτούν / θα επικαλυφτούνε / θα επικαλυφθούν / θα επικαλυφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επικαλυφτώ / επικαλυφθώ
εσύ να επικαλυφτείς / επικαλυφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εμείς να επικαλυφτούμε / επικαλυφθούμε
εσείς να επικαλυφτείτε / επικαλυφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επικαλυφτούν / επικαλυφτούνε / επικαλυφθούν / επικαλυφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εσύ έχεις επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εμείς έχουμε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εσείς έχετε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εσύ είχες επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εμείς είχαμε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εσείς είχατε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εσύ θα έχεις επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εμείς θα έχουμε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
εσείς θα έχετε επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επικαλύπτεστε / επικαλύπτεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επικαλύψου
(εσείς) επικαλυφτείτε / επικαλυφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επικαλύπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επικαλύψει
Μετοχή παρακειμένου
επικαλυμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επικαλύψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επικαλυφτεί / επικαλυφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.