to survive (to live past a life-threatening event)
Πλήρης κλίση του ρήματος επιζώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιζώ
εσύ επιζείς
αυτός/αυτή/αυτό επιζεί
εμείς επιζούμε
εσείς επιζείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επιζούν / επιζούνε
Παρατατικός
εγώ επιζούσα
εσύ επιζούσες
αυτός/αυτή/αυτό επιζούσε
εμείς επιζούσαμε
εσείς επιζούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιζούσαν / επιζούσανε
Αόριστος
εγώ επέζησα
εσύ επέζησες
αυτός/αυτή/αυτό επέζησε
εμείς επιζήσαμε
εσείς επιζήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέζησαν / επιζήσαν / επιζήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιζώ
εσύ θα επιζείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιζεί
εμείς θα επιζούμε
εσείς θα επιζείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιζούν / θα επιζούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιζήσω
εσύ θα επιζήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιζήσει
εμείς θα επιζήσουμε
εσείς θα επιζήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιζήσουν / θα επιζήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιζήσω
εσύ να επιζήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιζήσει
εμείς να επιζήσουμε
εσείς να επιζήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιζήσουν / επιζήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιζήσει
εσύ έχεις επιζήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιζήσει
εμείς έχουμε επιζήσει
εσείς έχετε επιζήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιζήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιζήσει
εσύ είχες επιζήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιζήσει
εμείς είχαμε επιζήσει
εσείς είχατε επιζήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιζήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιζήσει
εσύ θα έχεις επιζήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιζήσει
εμείς θα έχουμε επιζήσει
εσείς θα έχετε επιζήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιζήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επιζείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επέζησε
(εσείς) επιζήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επιζώντας / έχοντας επιζήσει
Απαρέμφατο
επιζήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.