to influence, alter, affect
Πλήρης κλίση του ρήματος επιδρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιδρώ
εσύ επιδράς
αυτός/αυτή/αυτό επιδρά
εμείς επιδρούμε
εσείς επιδράτε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδρούν / επιδρούνε
Παρατατικός
εγώ επιδρούσα
εσύ επιδρούσες
αυτός/αυτή/αυτό επιδρούσε
εμείς επιδρούσαμε
εσείς επιδρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδρούσαν / επιδρούσανε
Αόριστος
εγώ επέδρασα
εσύ επέδρασες
αυτός/αυτή/αυτό επέδρασε
εμείς επιδράσαμε
εσείς επιδράσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέδρασαν / επιδράσαν / επιδράσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιδρώ
εσύ θα επιδράς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδρά
εμείς θα επιδρούμε
εσείς θα επιδράτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδρούν / θα επιδρούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιδράσω
εσύ θα επιδράσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδράσει
εμείς θα επιδράσουμε
εσείς θα επιδράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδράσουν / θα επιδράσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιδράσω
εσύ να επιδράσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιδράσει
εμείς να επιδράσουμε
εσείς να επιδράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιδράσουν / επιδράσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιδράσει
εσύ έχεις επιδράσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιδράσει
εμείς έχουμε επιδράσει
εσείς έχετε επιδράσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιδράσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιδράσει
εσύ είχες επιδράσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιδράσει
εμείς είχαμε επιδράσει
εσείς είχατε επιδράσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιδράσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιδράσει
εσύ θα έχεις επιδράσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιδράσει
εμείς θα έχουμε επιδράσει
εσείς θα έχετε επιδράσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιδράσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επιδράτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επίδρασε
(εσείς) επιδράστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επιδρώντας / έχοντας επιδράσει
Απαρέμφατο
επιδράσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.