to approve, endorse, commend
Πλήρης κλίση του ρήματος επιδοκιμάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιδοκιμάζω
εσύ επιδοκιμάζεις
αυτός/αυτή/αυτό επιδοκιμάζει
εμείς επιδοκιμάζουμε
εσείς επιδοκιμάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδοκιμάζουν / επιδοκιμάζουνε
Παρατατικός
εγώ επιδοκίμαζα
εσύ επιδοκίμαζες
αυτός/αυτή/αυτό επιδοκίμαζε
εμείς επιδοκιμάζαμε
εσείς επιδοκιμάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδοκίμαζαν / επιδοκιμάζαν / επιδοκιμάζανε
Αόριστος
εγώ επιδοκίμασα
εσύ επιδοκίμασες
αυτός/αυτή/αυτό επιδοκίμασε
εμείς επιδοκιμάσαμε
εσείς επιδοκιμάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδοκίμασαν / επιδοκιμάσαν / επιδοκιμάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιδοκιμάζω
εσύ θα επιδοκιμάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδοκιμάζει
εμείς θα επιδοκιμάζουμε
εσείς θα επιδοκιμάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδοκιμάζουν / θα επιδοκιμάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιδοκιμάσω
εσύ θα επιδοκιμάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδοκιμάσει
εμείς θα επιδοκιμάσουμε
εσείς θα επιδοκιμάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδοκιμάσουν / θα επιδοκιμάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιδοκιμάσω
εσύ να επιδοκιμάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιδοκιμάσει
εμείς να επιδοκιμάσουμε
εσείς να επιδοκιμάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιδοκιμάσουν / επιδοκιμάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιδοκιμάσει
εσύ έχεις επιδοκιμάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιδοκιμάσει
εμείς έχουμε επιδοκιμάσει
εσείς έχετε επιδοκιμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιδοκιμάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιδοκιμάσει
εσύ είχες επιδοκιμάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιδοκιμάσει
εμείς είχαμε επιδοκιμάσει
εσείς είχατε επιδοκιμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιδοκιμάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιδοκιμάσει
εσύ θα έχεις επιδοκιμάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιδοκιμάσει
εμείς θα έχουμε επιδοκιμάσει
εσείς θα έχετε επιδοκιμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιδοκιμάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επιδοκίμαζε
(εσείς) επιδοκιμάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επιδοκίμασε
(εσείς) επιδοκιμάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιδοκιμάζομαι
εσύ επιδοκιμάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιδοκιμάζεται
εμείς επιδοκιμαζόμαστε
εσείς επιδοκιμάζεστε / επιδοκιμαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδοκιμάζονται
Παρατατικός
εγώ επιδοκιμαζόμουν / επιδοκιμαζόμουνα
εσύ επιδοκιμαζόσουν / επιδοκιμαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επιδοκιμαζόταν / επιδοκιμαζότανε
εμείς επιδοκιμαζόμασταν / επιδοκιμαζόμαστε
εσείς επιδοκιμαζόσασταν / επιδοκιμαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδοκιμάζονταν / επιδοκιμαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ επιδοκιμάστηκα / επιδοκιμάσθηκα
εσύ επιδοκιμάστηκες / επιδοκιμάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιδοκιμάστηκε / επιδοκιμάσθηκε
εμείς επιδοκιμαστήκαμε / επιδοκιμασθήκαμε
εσείς επιδοκιμαστήκατε / επιδοκιμασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδοκιμάστηκαν / επιδοκιμαστήκαν / επιδοκιμαστήκανε / επιδοκιμάσθηκαν / επιδοκιμασθήκαν / επιδοκιμασθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιδοκιμάζομαι
εσύ θα επιδοκιμάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδοκιμάζεται
εμείς θα επιδοκιμαζόμαστε
εσείς θα επιδοκιμάζεστε / θα επιδοκιμαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδοκιμάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιδοκιμαστώ / θα επιδοκιμασθώ
εσύ θα επιδοκιμαστείς / θα επιδοκιμασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδοκιμαστεί / θα επιδοκιμασθεί
εμείς θα επιδοκιμαστούμε / θα επιδοκιμασθούμε
εσείς θα επιδοκιμαστείτε / θα επιδοκιμασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδοκιμαστούν / θα επιδοκιμαστούνε / θα επιδοκιμασθούν / θα επιδοκιμασθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιδοκιμαστώ / επιδοκιμασθώ
εσύ να επιδοκιμαστείς / επιδοκιμασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εμείς να επιδοκιμαστούμε / επιδοκιμασθούμε
εσείς να επιδοκιμαστείτε / επιδοκιμασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιδοκιμαστούν / επιδοκιμαστούνε / επιδοκιμασθούν / επιδοκιμασθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εσύ έχεις επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εμείς έχουμε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εσείς έχετε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εσύ είχες επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εμείς είχαμε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εσείς είχατε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εσύ θα έχεις επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εμείς θα έχουμε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
εσείς θα έχετε επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επιδοκιμάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επιδοκιμάσου
(εσείς) επιδοκιμαστείτε / επιδοκιμασθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επιδοκιμάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επιδοκιμάσει
Μετοχή παρακειμένου
επιδοκιμασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επιδοκιμάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επιδοκιμαστεί / επιδοκιμασθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.