to worsen, to make worse
Πλήρης κλίση του ρήματος επιδεινώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιδεινώνω
εσύ επιδεινώνεις
αυτός/αυτή/αυτό επιδεινώνει
εμείς επιδεινώνουμε
εσείς επιδεινώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδεινώνουν / επιδεινώνουνε
Παρατατικός
εγώ επιδείνωνα
εσύ επιδείνωνες
αυτός/αυτή/αυτό επιδείνωνε
εμείς επιδεινώναμε
εσείς επιδεινώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδείνωναν / επιδεινώναν / επιδεινώνανε
Αόριστος
εγώ επιδείνωσα
εσύ επιδείνωσες
αυτός/αυτή/αυτό επιδείνωσε
εμείς επιδεινώσαμε
εσείς επιδεινώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδείνωσαν / επιδεινώσαν / επιδεινώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιδεινώνω
εσύ θα επιδεινώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδεινώνει
εμείς θα επιδεινώνουμε
εσείς θα επιδεινώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδεινώνουν / θα επιδεινώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιδεινώσω
εσύ θα επιδεινώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδεινώσει
εμείς θα επιδεινώσουμε
εσείς θα επιδεινώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδεινώσουν / θα επιδεινώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιδεινώσω
εσύ να επιδεινώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιδεινώσει
εμείς να επιδεινώσουμε
εσείς να επιδεινώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιδεινώσουν / επιδεινώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιδεινώσει
εσύ έχεις επιδεινώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιδεινώσει
εμείς έχουμε επιδεινώσει
εσείς έχετε επιδεινώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιδεινώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιδεινώσει
εσύ είχες επιδεινώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιδεινώσει
εμείς είχαμε επιδεινώσει
εσείς είχατε επιδεινώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιδεινώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιδεινώσει
εσύ θα έχεις επιδεινώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιδεινώσει
εμείς θα έχουμε επιδεινώσει
εσείς θα έχετε επιδεινώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιδεινώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επιδείνωνε
(εσείς) επιδεινώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επιδείνωσε
(εσείς) επιδεινώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιδεινώνομαι
εσύ επιδεινώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιδεινώνεται
εμείς επιδεινωνόμαστε
εσείς επιδεινώνεστε / επιδεινωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδεινώνονται
Παρατατικός
εγώ επιδεινωνόμουν / επιδεινωνόμουνα
εσύ επιδεινωνόσουν / επιδεινωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επιδεινωνόταν / επιδεινωνότανε
εμείς επιδεινωνόμασταν / επιδεινωνόμαστε
εσείς επιδεινωνόσασταν / επιδεινωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδεινώνονταν / επιδεινωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ επιδεινώθηκα
εσύ επιδεινώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιδεινώθηκε
εμείς επιδεινωθήκαμε
εσείς επιδεινωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιδεινώθηκαν / επιδεινωθήκαν / επιδεινωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιδεινώνομαι
εσύ θα επιδεινώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδεινώνεται
εμείς θα επιδεινωνόμαστε
εσείς θα επιδεινώνεστε / θα επιδεινωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδεινώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιδεινωθώ
εσύ θα επιδεινωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιδεινωθεί
εμείς θα επιδεινωθούμε
εσείς θα επιδεινωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιδεινωθούν / θα επιδεινωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιδεινωθώ
εσύ να επιδεινωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιδεινωθεί
εμείς να επιδεινωθούμε
εσείς να επιδεινωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιδεινωθούν / επιδεινωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιδεινωθεί
εσύ έχεις επιδεινωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιδεινωθεί
εμείς έχουμε επιδεινωθεί
εσείς έχετε επιδεινωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιδεινωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιδεινωθεί
εσύ είχες επιδεινωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιδεινωθεί
εμείς είχαμε επιδεινωθεί
εσείς είχατε επιδεινωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιδεινωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιδεινωθεί
εσύ θα έχεις επιδεινωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιδεινωθεί
εμείς θα έχουμε επιδεινωθεί
εσείς θα έχετε επιδεινωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιδεινωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επιδεινώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επιδεινώσου
(εσείς) επιδεινωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επιδεινώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επιδεινώσει
Μετοχή παρακειμένου
επιδεινωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επιδεινώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επιδεινωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.