Κλίση του ρήματος επιβραδύνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επιβραδύνω
to slow, to slow down, to decelerate (to reduce the speed of)
Πλήρης κλίση του ρήματος επιβραδύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιβραδύνω
εσύ επιβραδύνεις
αυτός/αυτή/αυτό επιβραδύνει
εμείς επιβραδύνουμε
εσείς επιβραδύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραδύνουν / επιβραδύνουνε

Παρατατικός

εγώ επιβράδυνα
εσύ επιβράδυνες
αυτός/αυτή/αυτό επιβράδυνε
εμείς επιβραδύναμε
εσείς επιβραδύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβράδυναν / επιβραδύναν / επιβραδύνανε

Αόριστος

εγώ επιβράδυνα
εσύ επιβράδυνες
αυτός/αυτή/αυτό επιβράδυνε
εμείς επιβραδύναμε
εσείς επιβραδύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβράδυναν / επιβραδύναν / επιβραδύνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιβραδύνω
εσύ θα επιβραδύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραδύνει
εμείς θα επιβραδύνουμε
εσείς θα επιβραδύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραδύνουν / θα επιβραδύνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιβραδύνω
εσύ θα επιβραδύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραδύνει
εμείς θα επιβραδύνουμε
εσείς θα επιβραδύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραδύνουν / θα επιβραδύνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιβραδύνω
εσύ να επιβραδύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιβραδύνει
εμείς να επιβραδύνουμε
εσείς να επιβραδύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιβραδύνουν / επιβραδύνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιβραδύνει
εσύ έχεις επιβραδύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιβραδύνει
εμείς έχουμε επιβραδύνει
εσείς έχετε επιβραδύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιβραδύνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιβραδύνει
εσύ είχες επιβραδύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιβραδύνει
εμείς είχαμε επιβραδύνει
εσείς είχατε επιβραδύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιβραδύνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιβραδύνει
εσύ θα έχεις επιβραδύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιβραδύνει
εμείς θα έχουμε επιβραδύνει
εσείς θα έχετε επιβραδύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιβραδύνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) επιβράδυνε
(εσείς) επιβραδύνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιβράδυνε
(εσείς) επιβραδύνετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιβραδύνομαι
εσύ επιβραδύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιβραδύνεται
εμείς επιβραδυνόμαστε
εσείς επιβραδύνεστε / επιβραδυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραδύνονται

Παρατατικός

εγώ επιβραδυνόμουν / επιβραδυνόμουνα
εσύ επιβραδυνόσουν / επιβραδυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επιβραδυνόταν / επιβραδυνότανε
εμείς επιβραδυνόμασταν / επιβραδυνόμαστε
εσείς επιβραδυνόσασταν / επιβραδυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραδύνονταν / επιβραδυνόντουσαν

Αόριστος

εγώ επιβραδύνθηκα
εσύ επιβραδύνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιβραδύνθηκε
εμείς επιβραδυνθήκαμε
εσείς επιβραδυνθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραδύνθηκαν / επιβραδυνθήκαν / επιβραδυνθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιβραδύνομαι
εσύ θα επιβραδύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραδύνεται
εμείς θα επιβραδυνόμαστε
εσείς θα επιβραδύνεστε / θα επιβραδυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραδύνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιβραδυνθώ
εσύ θα επιβραδυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραδυνθεί
εμείς θα επιβραδυνθούμε
εσείς θα επιβραδυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραδυνθούν / θα επιβραδυνθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιβραδυνθώ
εσύ να επιβραδυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιβραδυνθεί
εμείς να επιβραδυνθούμε
εσείς να επιβραδυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιβραδυνθούν / επιβραδυνθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιβραδυνθεί
εσύ έχεις επιβραδυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιβραδυνθεί
εμείς έχουμε επιβραδυνθεί
εσείς έχετε επιβραδυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιβραδυνθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιβραδυνθεί
εσύ είχες επιβραδυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιβραδυνθεί
εμείς είχαμε επιβραδυνθεί
εσείς είχατε επιβραδυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιβραδυνθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιβραδυνθεί
εσύ θα έχεις επιβραδυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιβραδυνθεί
εμείς θα έχουμε επιβραδυνθεί
εσείς θα έχετε επιβραδυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιβραδυνθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επιβραδύνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιβραδύνσου
(εσείς) επιβραδυνθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επιβραδύνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επιβραδύνει

Μετοχή παρακειμένου

επιβραδυμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επιβραδύνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επιβραδυνθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.