Κλίση του ρήματος επιβραβεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επιβραβεύω
to reward
Πλήρης κλίση του ρήματος επιβραβεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιβραβεύω
εσύ επιβραβεύεις
αυτός/αυτή/αυτό επιβραβεύει
εμείς επιβραβεύουμε
εσείς επιβραβεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραβεύουν / επιβραβεύουνε

Παρατατικός

εγώ επιβράβευα
εσύ επιβράβευες
αυτός/αυτή/αυτό επιβράβευε
εμείς επιβραβεύαμε
εσείς επιβραβεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβράβευαν / επιβραβεύαν / επιβραβεύανε

Αόριστος

εγώ επιβράβευσα
εσύ επιβράβευσες
αυτός/αυτή/αυτό επιβράβευσε
εμείς επιβραβεύσαμε
εσείς επιβραβεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβράβευσαν / επιβραβεύσαν / επιβραβεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιβραβεύω
εσύ θα επιβραβεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραβεύει
εμείς θα επιβραβεύουμε
εσείς θα επιβραβεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραβεύουν / θα επιβραβεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιβραβεύσω
εσύ θα επιβραβεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραβεύσει
εμείς θα επιβραβεύσουμε
εσείς θα επιβραβεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραβεύσουν / θα επιβραβεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιβραβεύσω
εσύ να επιβραβεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιβραβεύσει
εμείς να επιβραβεύσουμε
εσείς να επιβραβεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιβραβεύσουν / επιβραβεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιβραβεύσει
εσύ έχεις επιβραβεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιβραβεύσει
εμείς έχουμε επιβραβεύσει
εσείς έχετε επιβραβεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιβραβεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιβραβεύσει
εσύ είχες επιβραβεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιβραβεύσει
εμείς είχαμε επιβραβεύσει
εσείς είχατε επιβραβεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιβραβεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιβραβεύσει
εσύ θα έχεις επιβραβεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιβραβεύσει
εμείς θα έχουμε επιβραβεύσει
εσείς θα έχετε επιβραβεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιβραβεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) επιβράβευε
(εσείς) επιβραβεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιβράβευσε
(εσείς) επιβραβεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επιβραβεύομαι
εσύ επιβραβεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επιβραβεύεται
εμείς επιβραβευόμαστε
εσείς επιβραβεύεστε / επιβραβευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραβεύονται

Παρατατικός

εγώ επιβραβευόμουν / επιβραβευόμουνα
εσύ επιβραβευόσουν / επιβραβευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επιβραβευόταν / επιβραβευότανε
εμείς επιβραβευόμασταν / επιβραβευόμαστε
εσείς επιβραβευόσασταν / επιβραβευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραβεύονταν / επιβραβευόντουσαν

Αόριστος

εγώ επιβραβεύτηκα / επιβραβεύθηκα
εσύ επιβραβεύτηκες / επιβραβεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επιβραβεύτηκε / επιβραβεύθηκε
εμείς επιβραβευτήκαμε / επιβραβευθήκαμε
εσείς επιβραβευτήκατε / επιβραβευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβραβεύτηκαν / επιβραβευτήκαν / επιβραβευτήκανε / επιβραβεύθηκαν / επιβραβευθήκαν / επιβραβευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επιβραβεύομαι
εσύ θα επιβραβεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραβεύεται
εμείς θα επιβραβευόμαστε
εσείς θα επιβραβεύεστε / θα επιβραβευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραβεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επιβραβευτώ / θα επιβραβευθώ
εσύ θα επιβραβευτείς / θα επιβραβευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβραβευτεί / θα επιβραβευθεί
εμείς θα επιβραβευτούμε / θα επιβραβευθούμε
εσείς θα επιβραβευτείτε / θα επιβραβευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβραβευτούν / θα επιβραβευτούνε / θα επιβραβευθούν / θα επιβραβευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επιβραβευτώ / επιβραβευθώ
εσύ να επιβραβευτείς / επιβραβευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εμείς να επιβραβευτούμε / επιβραβευθούμε
εσείς να επιβραβευτείτε / επιβραβευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιβραβευτούν / επιβραβευτούνε / επιβραβευθούν / επιβραβευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εσύ έχεις επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εμείς έχουμε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εσείς έχετε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιβραβευτεί / επιβραβευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εσύ είχες επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εμείς είχαμε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εσείς είχατε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιβραβευτεί / επιβραβευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εσύ θα έχεις επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εμείς θα έχουμε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
εσείς θα έχετε επιβραβευτεί / επιβραβευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιβραβευτεί / επιβραβευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επιβραβεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επιβραβεύσου
(εσείς) επιβραβευτείτε / επιβραβευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επιβραβεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επιβραβεύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

επιβραβευόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

επιβραβευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επιβραβεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επιβραβευτεί / επιβραβευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.