to supervise, keep an eye on, oversee
Πλήρης κλίση του ρήματος επιβλέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επιβλέπω
εσύ επιβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό επιβλέπει
εμείς επιβλέπουμε
εσείς επιβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά επιβλέπουν / επιβλέπουνε
Παρατατικός
εγώ επέβλεπα
εσύ επέβλεπες
αυτός/αυτή/αυτό επέβλεπε
εμείς επιβλέπαμε
εσείς επιβλέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέβλεπαν / επιβλέπαν / επιβλέπανε
Αόριστος
εγώ επέβλεψα
εσύ επέβλεψες
αυτός/αυτή/αυτό επέβλεψε
εμείς επιβλέψαμε
εσείς επιβλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά επέβλεψαν / επιβλέψαν / επιβλέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επιβλέπω
εσύ θα επιβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβλέπει
εμείς θα επιβλέπουμε
εσείς θα επιβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβλέπουν / θα επιβλέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιβλέψω
εσύ θα επιβλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επιβλέψει
εμείς θα επιβλέψουμε
εσείς θα επιβλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επιβλέψουν / θα επιβλέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επιβλέψω
εσύ να επιβλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να επιβλέψει
εμείς να επιβλέψουμε
εσείς να επιβλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επιβλέψουν / επιβλέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επιβλέψει
εσύ έχεις επιβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επιβλέψει
εμείς έχουμε επιβλέψει
εσείς έχετε επιβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επιβλέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επιβλέψει
εσύ είχες επιβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επιβλέψει
εμείς είχαμε επιβλέψει
εσείς είχατε επιβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επιβλέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επιβλέψει
εσύ θα έχεις επιβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επιβλέψει
εμείς θα έχουμε επιβλέψει
εσείς θα έχετε επιβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επιβλέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επίβλεπε
(εσείς) επιβλέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επίβλεψε
(εσείς) επιβλέψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επιβλέπων / επιβλέπουσα / επιβλέπον / επιβλέποντας / έχοντας επιβλέψει
Απαρέμφατο
επιβλέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.