Κλίση του ρήματος επανδρώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επανδρώνω
to man
Πλήρης κλίση του ρήματος επανδρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επανδρώνω
εσύ επανδρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό επανδρώνει
εμείς επανδρώνουμε
εσείς επανδρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά επανδρώνουν / επανδρώνουνε

Παρατατικός

εγώ επάνδρωνα
εσύ επάνδρωνες
αυτός/αυτή/αυτό επάνδρωνε
εμείς επανδρώναμε
εσείς επανδρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά επάνδρωναν / επανδρώναν / επανδρώνανε

Αόριστος

εγώ επάνδρωσα
εσύ επάνδρωσες
αυτός/αυτή/αυτό επάνδρωσε
εμείς επανδρώσαμε
εσείς επανδρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επάνδρωσαν / επανδρώσαν / επανδρώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επανδρώνω
εσύ θα επανδρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επανδρώνει
εμείς θα επανδρώνουμε
εσείς θα επανδρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επανδρώνουν / θα επανδρώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επανδρώσω
εσύ θα επανδρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επανδρώσει
εμείς θα επανδρώσουμε
εσείς θα επανδρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επανδρώσουν / θα επανδρώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επανδρώσω
εσύ να επανδρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επανδρώσει
εμείς να επανδρώσουμε
εσείς να επανδρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επανδρώσουν / επανδρώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επανδρώσει
εσύ έχεις επανδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επανδρώσει
εμείς έχουμε επανδρώσει
εσείς έχετε επανδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επανδρώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επανδρώσει
εσύ είχες επανδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επανδρώσει
εμείς είχαμε επανδρώσει
εσείς είχατε επανδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επανδρώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επανδρώσει
εσύ θα έχεις επανδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επανδρώσει
εμείς θα έχουμε επανδρώσει
εσείς θα έχετε επανδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επανδρώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) επάνδρωνε
(εσείς) επανδρώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επάνδρωσε
(εσείς) επανδρώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επανδρώνομαι
εσύ επανδρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επανδρώνεται
εμείς επανδρωνόμαστε
εσείς επανδρώνεστε / επανδρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επανδρώνονται

Παρατατικός

εγώ επανδρωνόμουν / επανδρωνόμουνα
εσύ επανδρωνόσουν / επανδρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό επανδρωνόταν / επανδρωνότανε
εμείς επανδρωνόμασταν / επανδρωνόμαστε
εσείς επανδρωνόσασταν / επανδρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επανδρώνονταν / επανδρωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ επανδρώθηκα
εσύ επανδρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επανδρώθηκε
εμείς επανδρωθήκαμε
εσείς επανδρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επανδρώθηκαν / επανδρωθήκαν / επανδρωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επανδρώνομαι
εσύ θα επανδρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επανδρώνεται
εμείς θα επανδρωνόμαστε
εσείς θα επανδρώνεστε / θα επανδρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επανδρώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επανδρωθώ
εσύ θα επανδρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επανδρωθεί
εμείς θα επανδρωθούμε
εσείς θα επανδρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επανδρωθούν / θα επανδρωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επανδρωθώ
εσύ να επανδρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επανδρωθεί
εμείς να επανδρωθούμε
εσείς να επανδρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επανδρωθούν / επανδρωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επανδρωθεί
εσύ έχεις επανδρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επανδρωθεί
εμείς έχουμε επανδρωθεί
εσείς έχετε επανδρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επανδρωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επανδρωθεί
εσύ είχες επανδρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επανδρωθεί
εμείς είχαμε επανδρωθεί
εσείς είχατε επανδρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επανδρωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επανδρωθεί
εσύ θα έχεις επανδρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επανδρωθεί
εμείς θα έχουμε επανδρωθεί
εσείς θα έχετε επανδρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επανδρωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επανδρώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επανδρώσου
(εσείς) επανδρωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επανδρώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας επανδρώσει

Μετοχή παρακειμένου

επανδρωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επανδρώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

επανδρωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.