Κλίση του ρήματος επαναστατώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επαναστατώ
to rebel, to revolt
Πλήρης κλίση του ρήματος επαναστατώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επαναστατώ
εσύ επαναστατείς
αυτός/αυτή/αυτό επαναστατεί
εμείς επαναστατούμε
εσείς επαναστατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναστατούν / επαναστατούνε

Παρατατικός

εγώ επαναστατούσα
εσύ επαναστατούσες
αυτός/αυτή/αυτό επαναστατούσε
εμείς επαναστατούσαμε
εσείς επαναστατούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναστατούσαν / επαναστατούσανε

Αόριστος

εγώ επαναστάτησα
εσύ επαναστάτησες
αυτός/αυτή/αυτό επαναστάτησε
εμείς επαναστατήσαμε
εσείς επαναστατήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναστάτησαν / επαναστατήσαν / επαναστατήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επαναστατώ
εσύ θα επαναστατείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επαναστατεί
εμείς θα επαναστατούμε
εσείς θα επαναστατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαναστατούν / θα επαναστατούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επαναστατήσω
εσύ θα επαναστατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επαναστατήσει
εμείς θα επαναστατήσουμε
εσείς θα επαναστατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαναστατήσουν / θα επαναστατήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επαναστατήσω
εσύ να επαναστατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επαναστατήσει
εμείς να επαναστατήσουμε
εσείς να επαναστατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επαναστατήσουν / επαναστατήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επαναστατήσει
εσύ έχεις επαναστατήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επαναστατήσει
εμείς έχουμε επαναστατήσει
εσείς έχετε επαναστατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επαναστατήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επαναστατήσει
εσύ είχες επαναστατήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επαναστατήσει
εμείς είχαμε επαναστατήσει
εσείς είχατε επαναστατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επαναστατήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επαναστατήσει
εσύ θα έχεις επαναστατήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επαναστατήσει
εμείς θα έχουμε επαναστατήσει
εσείς θα έχετε επαναστατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επαναστατήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) επαναστατείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επαναστάτησε
(εσείς) επαναστατήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επαναστατώντας / έχοντας επαναστατήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

επαναστατημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

επαναστατήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.