To reimpel, to push forward again.
Πλήρης κλίση του ρήματος επαναπροωθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επαναπροωθωώ
εσύ επαναπροωθωείς
αυτός/αυτή/αυτό επαναπροωθωεί
εμείς επαναπροωθωούμε
εσείς επαναπροωθωείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναπροωθωούν / επαναπροωθωούνε
Παρατατικός
εγώ επαναπροωθωούσα
εσύ επαναπροωθωούσες
αυτός/αυτή/αυτό επαναπροωθωούσε
εμείς επαναπροωθωούσαμε
εσείς επαναπροωθωούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναπροωθωούσαν / επαναπροωθωούσανε
Αόριστος
εγώ επαναπροώθησα
εσύ επαναπροώθησες
αυτός/αυτή/αυτό επαναπροώθησε
εμείς επαναπροωθωήσαμε
εσείς επαναπροωθωήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναπροώθησαν / επαναπροωθωήσαν / επαναπροωθωήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επαναπροωθωώ
εσύ θα επαναπροωθωείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επαναπροωθωεί
εμείς θα επαναπροωθωούμε
εσείς θα επαναπροωθωείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαναπροωθωούν / θα επαναπροωθωούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαναπροωθωήσω
εσύ θα επαναπροωθωήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επαναπροωθωήσει
εμείς θα επαναπροωθωήσουμε
εσείς θα επαναπροωθωήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαναπροωθωήσουν / θα επαναπροωθωήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επαναπροωθωήσω
εσύ να επαναπροωθωήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επαναπροωθωήσει
εμείς να επαναπροωθωήσουμε
εσείς να επαναπροωθωήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επαναπροωθωήσουν / επαναπροωθωήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επαναπροωθωήσει
εσύ έχεις επαναπροωθωήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επαναπροωθωήσει
εμείς έχουμε επαναπροωθωήσει
εσείς έχετε επαναπροωθωήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επαναπροωθωήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επαναπροωθωήσει
εσύ είχες επαναπροωθωήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επαναπροωθωήσει
εμείς είχαμε επαναπροωθωήσει
εσείς είχατε επαναπροωθωήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επαναπροωθωήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επαναπροωθωήσει
εσύ θα έχεις επαναπροωθωήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επαναπροωθωήσει
εμείς θα έχουμε επαναπροωθωήσει
εσείς θα έχετε επαναπροωθωήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επαναπροωθωήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επαναπροωθωείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επαναπροώθησε
(εσείς) επαναπροωθωήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επαναπροωθωούμαι
εσύ επαναπροωθωείσαι
αυτός/αυτή/αυτό επαναπροωθωείται
εμείς επαναπροωθωούμαστε
εσείς επαναπροωθωείστε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναπροωθωούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό επαναπροωθωούνταν / επαναπροωθωείτο
εμείς επαναπροωθωούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναπροωθωούνταν / επαναπροωθωούντο
Αόριστος
εγώ επαναπροωθωήθηκα
εσύ επαναπροωθωήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επαναπροωθωήθηκε
εμείς επαναπροωθωηθήκαμε
εσείς επαναπροωθωηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαναπροωθωήθηκαν / επαναπροωθωηθήκαν / επαναπροωθωηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επαναπροωθωούμαι
εσύ θα επαναπροωθωείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επαναπροωθωείται
εμείς θα επαναπροωθωούμαστε
εσείς θα επαναπροωθωείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαναπροωθωούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαναπροωθωηθώ
εσύ θα επαναπροωθωηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επαναπροωθωηθεί
εμείς θα επαναπροωθωηθούμε
εσείς θα επαναπροωθωηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαναπροωθωηθούν / θα επαναπροωθωηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επαναπροωθωηθώ
εσύ να επαναπροωθωηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επαναπροωθωηθεί
εμείς να επαναπροωθωηθούμε
εσείς να επαναπροωθωηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να επαναπροωθωηθούν / επαναπροωθωηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επαναπροωθωηθεί
εσύ έχεις επαναπροωθωηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επαναπροωθωηθεί
εμείς έχουμε επαναπροωθωηθεί
εσείς έχετε επαναπροωθωηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επαναπροωθωηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επαναπροωθωηθεί
εσύ είχες επαναπροωθωηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επαναπροωθωηθεί
εμείς είχαμε επαναπροωθωηθεί
εσείς είχατε επαναπροωθωηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επαναπροωθωηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επαναπροωθωηθεί
εσύ θα έχεις επαναπροωθωηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επαναπροωθωηθεί
εμείς θα έχουμε επαναπροωθωηθεί
εσείς θα έχετε επαναπροωθωηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επαναπροωθωηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επαναπροωθωείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επαναπροωθωήσου
(εσείς) επαναπροωθωηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επαναπροωθωώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επαναπροωθωήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
επαναπροωθωούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
επαναπροωθωημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επαναπροωθωήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επαναπροωθωηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.