Κλίση του ρήματος επανακάμπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

επανακάμπτω
to return
Πλήρης κλίση του ρήματος επανακάμπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ επανακάμπτω
εσύ επανακάμπτεις
αυτός/αυτή/αυτό επανακάμπτει
εμείς επανακάμπτουμε
εσείς επανακάμπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά επανακάμπτουν / επανακάμπτουνε

Παρατατικός

εγώ επανέκαμπτα
εσύ επανέκαμπτες
αυτός/αυτή/αυτό επανέκαμπτε
εμείς επανακάμπταμε
εσείς επανακάμπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά επανέκαμπταν / επανακάμπταν / επανακάμπτανε

Αόριστος

εγώ επανέκαμψα
εσύ επανέκαμψες
αυτός/αυτή/αυτό επανέκαμψε
εμείς επανακάμψαμε
εσείς επανακάμψατε
αυτοί/αυτές/αυτά επανέκαμψαν / επανακάμψαν / επανακάμψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα επανακάμπτω
εσύ θα επανακάμπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επανακάμπτει
εμείς θα επανακάμπτουμε
εσείς θα επανακάμπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επανακάμπτουν / θα επανακάμπτουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα επανακάμψω
εσύ θα επανακάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επανακάμψει
εμείς θα επανακάμψουμε
εσείς θα επανακάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επανακάμψουν / θα επανακάμψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να επανακάμψω
εσύ να επανακάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό να επανακάμψει
εμείς να επανακάμψουμε
εσείς να επανακάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επανακάμψουν / επανακάμψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω επανακάμψει
εσύ έχεις επανακάμψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επανακάμψει
εμείς έχουμε επανακάμψει
εσείς έχετε επανακάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επανακάμψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα επανακάμψει
εσύ είχες επανακάμψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επανακάμψει
εμείς είχαμε επανακάμψει
εσείς είχατε επανακάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επανακάμψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω επανακάμψει
εσύ θα έχεις επανακάμψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επανακάμψει
εμείς θα έχουμε επανακάμψει
εσείς θα έχετε επανακάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επανακάμψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) επανάκαμπτε
(εσείς) επανακάμπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) επανάκαμψε
(εσείς) επανακάμψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

επανακάμπτοντας / έχοντας επανακάμψει

Απαρέμφατο

επανακάμψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.