to vacillate, waver (change opinions frequently)
Πλήρης κλίση του ρήματος επαμφοτερίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επαμφοτερίζω
εσύ επαμφοτερίζεις
αυτός/αυτή/αυτό επαμφοτερίζει
εμείς επαμφοτερίζουμε
εσείς επαμφοτερίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά επαμφοτερίζουν / επαμφοτερίζουνε
Παρατατικός
εγώ επαμφοτέριζα
εσύ επαμφοτέριζες
αυτός/αυτή/αυτό επαμφοτέριζε
εμείς επαμφοτερίζαμε
εσείς επαμφοτερίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαμφοτέριζαν / επαμφοτερίζαν / επαμφοτερίζανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επαμφοτερίζω
εσύ θα επαμφοτερίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επαμφοτερίζει
εμείς θα επαμφοτερίζουμε
εσείς θα επαμφοτερίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαμφοτερίζουν / θα επαμφοτερίζουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επαμφοτέριζε
(εσείς) επαμφοτερίζετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επαμφοτερίζουσα / επαμφοτερίζοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.