smear over
Πλήρης κλίση του ρήματος επαλείφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επαλείφω
εσύ επαλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό επαλείφει
εμείς επαλείφουμε
εσείς επαλείφετε
Παρατατικός
εγώ επάλειφα
εσύ επάλειφες
αυτός/αυτή/αυτό επάλειφε
εμείς επαλείφαμε
εσείς επαλείφατε
αυτοί/αυτές/αυτά επάλειφαν
Αόριστος
εγώ επάλειψα
εσύ επάλειψες
αυτός/αυτή/αυτό επάλειψε
εμείς επαλείψαμε
εσείς επαλείψατε
αυτοί/αυτές/αυτά επάλειψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επαλείφω
εσύ θα επαλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επαλείφει
εμείς θα επαλείφουμε
εσείς θα επαλείφετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαλείψω
εσύ θα επαλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επαλείψει
εμείς θα επαλείψουμε
εσείς θα επαλείψετε
Υποτακτική (να)
εγώ να επαλείψω
εσύ να επαλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό να επαλείψει
εμείς να επαλείψουμε
εσείς να επαλείψετε
Παρακείμενος
εγώ έχω επαλείψει
εσύ έχεις επαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επαλείψει
εμείς έχουμε επαλείψει
εσείς έχετε επαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επαλείψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επαλείψει
εσύ είχες επαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επαλείψει
εμείς είχαμε επαλείψει
εσείς είχατε επαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επαλείψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επαλείψει
εσύ θα έχεις επαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επαλείψει
εμείς θα έχουμε επαλείψει
εσείς θα έχετε επαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επαλείψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) επάλειφε
(εσείς) επαλείφετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επάλειψε
(εσείς) επαλείψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επαλείφομαι
εσύ επαλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό επαλείφεται
εμείς επαλειφόμαστε
εσείς επαλείφεστε / επαλείφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά επαλείφονται
Παρατατικός
εμείς επαλειφόμασταν / επαλειφόμαστε
εσείς επαλειφόσασταν / επαλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά επαλείφονταν
Αόριστος
εγώ επαλείφθηκα
εσύ επαλείφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό επαλείφθηκε
εμείς επαλειφθήκαμε
εσείς επαλειφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά επαλείφθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επαλείφομαι
εσύ θα επαλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα επαλείφεται
εμείς θα επαλειφόμαστε
εσείς θα επαλείφεστε / θα επαλείφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επαλείφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαλειφθώ
εσύ θα επαλειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επαλειφθεί
εμείς θα επαλειφθούμε
εσείς θα επαλειφθείτε
Υποτακτική (να)
εγώ να επαλειφθώ
εσύ να επαλειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να επαλειφθεί
εμείς να επαλειφθούμε
εσείς να επαλειφθείτε
Παρακείμενος
εγώ έχω επαλειφθεί
εσύ έχεις επαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει επαλειφθεί
εμείς έχουμε επαλειφθεί
εσείς έχετε επαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επαλειφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επαλειφθεί
εσύ είχες επαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε επαλειφθεί
εμείς είχαμε επαλειφθεί
εσείς είχατε επαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επαλειφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επαλειφθεί
εσύ θα έχεις επαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επαλειφθεί
εμείς θα έχουμε επαλειφθεί
εσείς θα έχετε επαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επαλειφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επαλείφεστε / επαλείφεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επαλείψου
(εσείς) επαλειφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επαλείφοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας επαλείψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
επαλειφόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
επαλείψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
επαλειφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.