to follow in sequence
Πλήρης κλίση του ρήματος επακολουθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ επακολουθώ
εσύ επακολουθείς
αυτός/αυτή/αυτό επακολουθεί
εμείς επακολουθούμε
εσείς επακολουθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά επακολουθούν / επακολουθούνε
Παρατατικός
εγώ επακολουθούσα
εσύ επακολουθούσες
αυτός/αυτή/αυτό επακολουθούσε
εμείς επακολουθούσαμε
εσείς επακολουθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επακολουθούσαν / επακολουθούσανε
Αόριστος
εγώ επακολούθησα
εσύ επακολούθησες
αυτός/αυτή/αυτό επακολούθησε
εμείς επακολουθήσαμε
εσείς επακολουθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά επακολούθησαν / επακολουθήσαν / επακολουθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα επακολουθώ
εσύ θα επακολουθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα επακολουθεί
εμείς θα επακολουθούμε
εσείς θα επακολουθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επακολουθούν / θα επακολουθούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επακολουθήσω
εσύ θα επακολουθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα επακολουθήσει
εμείς θα επακολουθήσουμε
εσείς θα επακολουθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα επακολουθήσουν / θα επακολουθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να επακολουθήσω
εσύ να επακολουθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να επακολουθήσει
εμείς να επακολουθήσουμε
εσείς να επακολουθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να επακολουθήσουν / επακολουθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω επακολουθήσει
εσύ έχεις επακολουθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει επακολουθήσει
εμείς έχουμε επακολουθήσει
εσείς έχετε επακολουθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν επακολουθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα επακολουθήσει
εσύ είχες επακολουθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε επακολουθήσει
εμείς είχαμε επακολουθήσει
εσείς είχατε επακολουθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν επακολουθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω επακολουθήσει
εσύ θα έχεις επακολουθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει επακολουθήσει
εμείς θα έχουμε επακολουθήσει
εσείς θα έχετε επακολουθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν επακολουθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) επακολουθείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) επακολούθησε
(εσείς) επακολουθήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
επακολουθώντας / έχοντας επακολουθήσει
Απαρέμφατο
επακολουθήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.