Κλίση του ρήματος εξουσιοδοτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξουσιοδοτώ
to authorize, to empower
Πλήρης κλίση του ρήματος εξουσιοδοτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξουσιοδοτώ
εσύ εξουσιοδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό εξουσιοδοτεί
εμείς εξουσιοδοτούμε
εσείς εξουσιοδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουσιοδοτούν / εξουσιοδοτούνε

Παρατατικός

εγώ εξουσιοδοτούσα
εσύ εξουσιοδοτούσες
αυτός/αυτή/αυτό εξουσιοδοτούσε
εμείς εξουσιοδοτούσαμε
εσείς εξουσιοδοτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουσιοδοτούσαν / εξουσιοδοτούσανε

Αόριστος

εγώ εξουσιοδότησα
εσύ εξουσιοδότησες
αυτός/αυτή/αυτό εξουσιοδότησε
εμείς εξουσιοδοτήσαμε
εσείς εξουσιοδοτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουσιοδότησαν / εξουσιοδοτήσαν / εξουσιοδοτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξουσιοδοτώ
εσύ θα εξουσιοδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουσιοδοτεί
εμείς θα εξουσιοδοτούμε
εσείς θα εξουσιοδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουσιοδοτούν / θα εξουσιοδοτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξουσιοδοτήσω
εσύ θα εξουσιοδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουσιοδοτήσει
εμείς θα εξουσιοδοτήσουμε
εσείς θα εξουσιοδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουσιοδοτήσουν / θα εξουσιοδοτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξουσιοδοτήσω
εσύ να εξουσιοδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξουσιοδοτήσει
εμείς να εξουσιοδοτήσουμε
εσείς να εξουσιοδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξουσιοδοτήσουν / εξουσιοδοτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξουσιοδοτήσει
εσύ έχεις εξουσιοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξουσιοδοτήσει
εμείς έχουμε εξουσιοδοτήσει
εσείς έχετε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξουσιοδοτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξουσιοδοτήσει
εσύ είχες εξουσιοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξουσιοδοτήσει
εμείς είχαμε εξουσιοδοτήσει
εσείς είχατε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξουσιοδοτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξουσιοδοτήσει
εσύ θα έχεις εξουσιοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξουσιοδοτήσει
εμείς θα έχουμε εξουσιοδοτήσει
εσείς θα έχετε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξουσιοδοτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξουσιοδοτείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξουσιοδότησε
(εσείς) εξουσιοδοτήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξουσιοδοτούμαι
εσύ εξουσιοδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξουσιοδοτείται
εμείς εξουσιοδοτούμαστε
εσείς εξουσιοδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουσιοδοτούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό εξουσιοδοτούνταν / εξουσιοδοτείτο
εμείς εξουσιοδοτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουσιοδοτούνταν / εξουσιοδοτούντο

Αόριστος

εγώ εξουσιοδοτήθηκα
εσύ εξουσιοδοτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξουσιοδοτήθηκε
εμείς εξουσιοδοτηθήκαμε
εσείς εξουσιοδοτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουσιοδοτήθηκαν / εξουσιοδοτηθήκαν / εξουσιοδοτηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξουσιοδοτούμαι
εσύ θα εξουσιοδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουσιοδοτείται
εμείς θα εξουσιοδοτούμαστε
εσείς θα εξουσιοδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουσιοδοτούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξουσιοδοτηθώ
εσύ θα εξουσιοδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουσιοδοτηθεί
εμείς θα εξουσιοδοτηθούμε
εσείς θα εξουσιοδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουσιοδοτηθούν / θα εξουσιοδοτηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξουσιοδοτηθώ
εσύ να εξουσιοδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξουσιοδοτηθεί
εμείς να εξουσιοδοτηθούμε
εσείς να εξουσιοδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξουσιοδοτηθούν / εξουσιοδοτηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξουσιοδοτηθεί
εσύ έχεις εξουσιοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξουσιοδοτηθεί
εμείς έχουμε εξουσιοδοτηθεί
εσείς έχετε εξουσιοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξουσιοδοτηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξουσιοδοτηθεί
εσύ είχες εξουσιοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξουσιοδοτηθεί
εμείς είχαμε εξουσιοδοτηθεί
εσείς είχατε εξουσιοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξουσιοδοτηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξουσιοδοτηθεί
εσύ θα έχεις εξουσιοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξουσιοδοτηθεί
εμείς θα έχουμε εξουσιοδοτηθεί
εσείς θα έχετε εξουσιοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξουσιοδοτηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξουσιοδοτείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξουσιοδοτήσου
(εσείς) εξουσιοδοτηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξουσιοδοτώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξουσιοδοτήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εξουσιοδοτούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

εξουσιοδοτημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξουσιοδοτήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξουσιοδοτηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.