Κλίση του ρήματος εξουθενώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξουθενώνω
to exhaust, to wear out, to take it out of (to cause or contribute to another's exhaustion, fatigue, or weariness; to sap the strength or vitality of)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξουθενώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξουθενώνω
εσύ εξουθενώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εξουθενώνει
εμείς εξουθενώνουμε
εσείς εξουθενώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουθενώνουν / εξουθενώνουνε

Παρατατικός

εγώ εξουθένωνα
εσύ εξουθένωνες
αυτός/αυτή/αυτό εξουθένωνε
εμείς εξουθενώναμε
εσείς εξουθενώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουθένωναν / εξουθενώναν / εξουθενώνανε

Αόριστος

εγώ εξουθένωσα
εσύ εξουθένωσες
αυτός/αυτή/αυτό εξουθένωσε
εμείς εξουθενώσαμε
εσείς εξουθενώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουθένωσαν / εξουθενώσαν / εξουθενώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξουθενώνω
εσύ θα εξουθενώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουθενώνει
εμείς θα εξουθενώνουμε
εσείς θα εξουθενώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουθενώνουν / θα εξουθενώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξουθενώσω
εσύ θα εξουθενώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουθενώσει
εμείς θα εξουθενώσουμε
εσείς θα εξουθενώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουθενώσουν / θα εξουθενώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξουθενώσω
εσύ να εξουθενώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξουθενώσει
εμείς να εξουθενώσουμε
εσείς να εξουθενώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξουθενώσουν / εξουθενώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξουθενώσει
εσύ έχεις εξουθενώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξουθενώσει
εμείς έχουμε εξουθενώσει
εσείς έχετε εξουθενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξουθενώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξουθενώσει
εσύ είχες εξουθενώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξουθενώσει
εμείς είχαμε εξουθενώσει
εσείς είχατε εξουθενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξουθενώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξουθενώσει
εσύ θα έχεις εξουθενώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξουθενώσει
εμείς θα έχουμε εξουθενώσει
εσείς θα έχετε εξουθενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξουθενώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξουθένωνε
(εσείς) εξουθενώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξουθένωσε
(εσείς) εξουθενώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξουθενώνομαι
εσύ εξουθενώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξουθενώνεται
εμείς εξουθενωνόμαστε
εσείς εξουθενώνεστε / εξουθενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουθενώνονται

Παρατατικός

εγώ εξουθενωνόμουν / εξουθενωνόμουνα
εσύ εξουθενωνόσουν / εξουθενωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξουθενωνόταν / εξουθενωνότανε
εμείς εξουθενωνόμασταν / εξουθενωνόμαστε
εσείς εξουθενωνόσασταν / εξουθενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουθενώνονταν / εξουθενωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξουθενώθηκα
εσύ εξουθενώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξουθενώθηκε
εμείς εξουθενωθήκαμε
εσείς εξουθενωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουθενώθηκαν / εξουθενωθήκαν / εξουθενωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξουθενώνομαι
εσύ θα εξουθενώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουθενώνεται
εμείς θα εξουθενωνόμαστε
εσείς θα εξουθενώνεστε / θα εξουθενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουθενώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξουθενωθώ
εσύ θα εξουθενωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουθενωθεί
εμείς θα εξουθενωθούμε
εσείς θα εξουθενωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουθενωθούν / θα εξουθενωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξουθενωθώ
εσύ να εξουθενωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξουθενωθεί
εμείς να εξουθενωθούμε
εσείς να εξουθενωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξουθενωθούν / εξουθενωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξουθενωθεί
εσύ έχεις εξουθενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξουθενωθεί
εμείς έχουμε εξουθενωθεί
εσείς έχετε εξουθενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξουθενωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξουθενωθεί
εσύ είχες εξουθενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξουθενωθεί
εμείς είχαμε εξουθενωθεί
εσείς είχατε εξουθενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξουθενωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξουθενωθεί
εσύ θα έχεις εξουθενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξουθενωθεί
εμείς θα έχουμε εξουθενωθεί
εσείς θα έχετε εξουθενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξουθενωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξουθενώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξουθενώσου
(εσείς) εξουθενωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξουθενώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξουθενώσει

Μετοχή παρακειμένου

εξουθενωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξουθενώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξουθενωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.