to neutralize (to make even, inactive or ineffective)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξουδετερώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξουδετερώνω
εσύ εξουδετερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εξουδετερώνει
εμείς εξουδετερώνουμε
εσείς εξουδετερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουδετερώνουν / εξουδετερώνουνε
Παρατατικός
εγώ εξουδετέρωνα
εσύ εξουδετέρωνες
αυτός/αυτή/αυτό εξουδετέρωνε
εμείς εξουδετερώναμε
εσείς εξουδετερώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουδετέρωναν / εξουδετερώναν / εξουδετερώνανε
Αόριστος
εγώ εξουδετέρωσαα
εσύ εξουδετέρωσαες
αυτός/αυτή/αυτό εξουδετέρωσαε
εμείς εξουδετερώσαμε
εσείς εξουδετερώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουδετέρωσααν / εξουδετερώσαν / εξουδετερώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξουδετερώνω
εσύ θα εξουδετερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουδετερώνει
εμείς θα εξουδετερώνουμε
εσείς θα εξουδετερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουδετερώνουν / θα εξουδετερώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξουδετερώσω
εσύ θα εξουδετερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουδετερώσει
εμείς θα εξουδετερώσουμε
εσείς θα εξουδετερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουδετερώσουν / θα εξουδετερώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξουδετερώσω
εσύ να εξουδετερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξουδετερώσει
εμείς να εξουδετερώσουμε
εσείς να εξουδετερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξουδετερώσουν / εξουδετερώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξουδετερώσει
εσύ έχεις εξουδετερώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξουδετερώσει
εμείς έχουμε εξουδετερώσει
εσείς έχετε εξουδετερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξουδετερώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξουδετερώσει
εσύ είχες εξουδετερώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξουδετερώσει
εμείς είχαμε εξουδετερώσει
εσείς είχατε εξουδετερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξουδετερώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξουδετερώσει
εσύ θα έχεις εξουδετερώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξουδετερώσει
εμείς θα έχουμε εξουδετερώσει
εσείς θα έχετε εξουδετερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξουδετερώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξουδετέρωνε
(εσείς) εξουδετερώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξουδετέρωσαε
(εσείς) εξουδετερώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξουδετερώνομαι
εσύ εξουδετερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξουδετερώνεται
εμείς εξουδετερωνόμαστε
εσείς εξουδετερώνεστε / εξουδετερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουδετερώνονται
Παρατατικός
εγώ εξουδετερωνόμουν / εξουδετερωνόμουνα
εσύ εξουδετερωνόσουν / εξουδετερωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξουδετερωνόταν / εξουδετερωνότανε
εμείς εξουδετερωνόμασταν / εξουδετερωνόμαστε
εσείς εξουδετερωνόσασταν / εξουδετερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουδετερώνονταν / εξουδετερωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ εξουδετερώθηκα
εσύ εξουδετερώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξουδετερώθηκε
εμείς εξουδετερωθήκαμε
εσείς εξουδετερωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξουδετερώθηκαν / εξουδετερωθήκαν / εξουδετερωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξουδετερώνομαι
εσύ θα εξουδετερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουδετερώνεται
εμείς θα εξουδετερωνόμαστε
εσείς θα εξουδετερώνεστε / θα εξουδετερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουδετερώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξουδετερωθώ
εσύ θα εξουδετερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξουδετερωθεί
εμείς θα εξουδετερωθούμε
εσείς θα εξουδετερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξουδετερωθούν / θα εξουδετερωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξουδετερωθώ
εσύ να εξουδετερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξουδετερωθεί
εμείς να εξουδετερωθούμε
εσείς να εξουδετερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξουδετερωθούν / εξουδετερωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξουδετερωθεί
εσύ έχεις εξουδετερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξουδετερωθεί
εμείς έχουμε εξουδετερωθεί
εσείς έχετε εξουδετερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξουδετερωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξουδετερωθεί
εσύ είχες εξουδετερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξουδετερωθεί
εμείς είχαμε εξουδετερωθεί
εσείς είχατε εξουδετερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξουδετερωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξουδετερωθεί
εσύ θα έχεις εξουδετερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξουδετερωθεί
εμείς θα έχουμε εξουδετερωθεί
εσείς θα έχετε εξουδετερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξουδετερωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξουδετερώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξουδετερώσου
(εσείς) εξουδετερωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξουδετερώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξουδετερώσει
Μετοχή παρακειμένου
εξουδετερωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξουδετερώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξουδετερωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.