Κλίση του ρήματος εξορίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξορίζω
to exile, banish
Πλήρης κλίση του ρήματος εξορίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξορίζω
εσύ εξορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εξορίζει
εμείς εξορίζουμε
εσείς εξορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξορίζουν / εξορίζουνε

Παρατατικός

εγώ εξόριζα
εσύ εξόριζες
αυτός/αυτή/αυτό εξόριζε
εμείς εξορίζαμε
εσείς εξορίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξόριζαν / εξορίζαν / εξορίζανε

Αόριστος

εγώ εξόρισα
εσύ εξόρισες
αυτός/αυτή/αυτό εξόρισε
εμείς εξορίσαμε
εσείς εξορίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξόρισαν / εξορίσαν / εξορίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξορίζω
εσύ θα εξορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξορίζει
εμείς θα εξορίζουμε
εσείς θα εξορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξορίζουν / θα εξορίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξορίσω
εσύ θα εξορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξορίσει
εμείς θα εξορίσουμε
εσείς θα εξορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξορίσουν / θα εξορίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξορίσω
εσύ να εξορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξορίσει
εμείς να εξορίσουμε
εσείς να εξορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξορίσουν / εξορίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξορίσει
εσύ έχεις εξορίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξορίσει
εμείς έχουμε εξορίσει
εσείς έχετε εξορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξορίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξορίσει
εσύ είχες εξορίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξορίσει
εμείς είχαμε εξορίσει
εσείς είχατε εξορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξορίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξορίσει
εσύ θα έχεις εξορίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξορίσει
εμείς θα έχουμε εξορίσει
εσείς θα έχετε εξορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξορίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξόριζε
(εσείς) εξορίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξόρισε
(εσείς) εξορίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξορίζομαι
εσύ εξορίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξορίζεται
εμείς εξοριζόμαστε
εσείς εξορίζεστε / εξοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξορίζονται

Παρατατικός

εγώ εξοριζόμουν / εξοριζόμουνα
εσύ εξοριζόσουν / εξοριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξοριζόταν / εξοριζότανε
εμείς εξοριζόμασταν / εξοριζόμαστε
εσείς εξοριζόσασταν / εξοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξορίζονταν / εξοριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξορίστηκα
εσύ εξορίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξορίστηκε
εμείς εξοριστήκαμε
εσείς εξοριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξορίστηκαν / εξοριστήκαν / εξοριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξορίζομαι
εσύ θα εξορίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξορίζεται
εμείς θα εξοριζόμαστε
εσείς θα εξορίζεστε / θα εξοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξορίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξοριστώ
εσύ θα εξοριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξοριστεί
εμείς θα εξοριστούμε
εσείς θα εξοριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξοριστούν / θα εξοριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξοριστώ
εσύ να εξοριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξοριστεί
εμείς να εξοριστούμε
εσείς να εξοριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξοριστούν / εξοριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξοριστεί
εσύ έχεις εξοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξοριστεί
εμείς έχουμε εξοριστεί
εσείς έχετε εξοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξοριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξοριστεί
εσύ είχες εξοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξοριστεί
εμείς είχαμε εξοριστεί
εσείς είχατε εξοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξοριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξοριστεί
εσύ θα έχεις εξοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξοριστεί
εμείς θα έχουμε εξοριστεί
εσείς θα έχετε εξοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξοριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξορίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξορίσου
(εσείς) εξοριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξορίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξορίσει

Μετοχή παρακειμένου

εξορισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξορίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξοριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.