Κλίση του ρήματος εξομοιώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξομοιώνω
to equate
Πλήρης κλίση του ρήματος εξομοιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξομοιώνω
εσύ εξομοιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εξομοιώνει
εμείς εξομοιώνουμε
εσείς εξομοιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξομοιώνουν / εξομοιώνουνε

Παρατατικός

εγώ εξομοίωνα
εσύ εξομοίωνες
αυτός/αυτή/αυτό εξομοίωνε
εμείς εξομοιώναμε
εσείς εξομοιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξομοίωναν / εξομοιώναν / εξομοιώνανε

Αόριστος

εγώ εξομοίωσα
εσύ εξομοίωσες
αυτός/αυτή/αυτό εξομοίωσε
εμείς εξομοιώσαμε
εσείς εξομοιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξομοίωσαν / εξομοιώσαν / εξομοιώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξομοιώνω
εσύ θα εξομοιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξομοιώνει
εμείς θα εξομοιώνουμε
εσείς θα εξομοιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξομοιώνουν / θα εξομοιώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξομοιώσω
εσύ θα εξομοιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξομοιώσει
εμείς θα εξομοιώσουμε
εσείς θα εξομοιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξομοιώσουν / θα εξομοιώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξομοιώσω
εσύ να εξομοιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξομοιώσει
εμείς να εξομοιώσουμε
εσείς να εξομοιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξομοιώσουν / εξομοιώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξομοιώσει
εσύ έχεις εξομοιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξομοιώσει
εμείς έχουμε εξομοιώσει
εσείς έχετε εξομοιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξομοιώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξομοιώσει
εσύ είχες εξομοιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξομοιώσει
εμείς είχαμε εξομοιώσει
εσείς είχατε εξομοιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξομοιώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξομοιώσει
εσύ θα έχεις εξομοιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξομοιώσει
εμείς θα έχουμε εξομοιώσει
εσείς θα έχετε εξομοιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξομοιώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξομοίωνε
(εσείς) εξομοιώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξομοίωσε
(εσείς) εξομοιώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξομοιώνομαι
εσύ εξομοιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξομοιώνεται
εμείς εξομοιωνόμαστε
εσείς εξομοιώνεστε / εξομοιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξομοιώνονται

Παρατατικός

εγώ εξομοιωνόμουν / εξομοιωνόμουνα
εσύ εξομοιωνόσουν / εξομοιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξομοιωνόταν / εξομοιωνότανε
εμείς εξομοιωνόμασταν / εξομοιωνόμαστε
εσείς εξομοιωνόσασταν / εξομοιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξομοιώνονταν / εξομοιωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξομοιώθηκα
εσύ εξομοιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξομοιώθηκε
εμείς εξομοιωθήκαμε
εσείς εξομοιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξομοιώθηκαν / εξομοιωθήκαν / εξομοιωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξομοιώνομαι
εσύ θα εξομοιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξομοιώνεται
εμείς θα εξομοιωνόμαστε
εσείς θα εξομοιώνεστε / θα εξομοιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξομοιώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξομοιωθώ
εσύ θα εξομοιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξομοιωθεί
εμείς θα εξομοιωθούμε
εσείς θα εξομοιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξομοιωθούν / θα εξομοιωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξομοιωθώ
εσύ να εξομοιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξομοιωθεί
εμείς να εξομοιωθούμε
εσείς να εξομοιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξομοιωθούν / εξομοιωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξομοιωθεί
εσύ έχεις εξομοιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξομοιωθεί
εμείς έχουμε εξομοιωθεί
εσείς έχετε εξομοιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξομοιωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξομοιωθεί
εσύ είχες εξομοιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξομοιωθεί
εμείς είχαμε εξομοιωθεί
εσείς είχατε εξομοιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξομοιωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξομοιωθεί
εσύ θα έχεις εξομοιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξομοιωθεί
εμείς θα έχουμε εξομοιωθεί
εσείς θα έχετε εξομοιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξομοιωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξομοιώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξομοιώσου
(εσείς) εξομοιωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξομοιώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξομοιώσει

Μετοχή παρακειμένου

εξομοιωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξομοιώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξομοιωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.