Κλίση του ρήματος εξολοθρεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξολοθρεύω
to exterminate
Πλήρης κλίση του ρήματος εξολοθρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξολοθρεύω
εσύ εξολοθρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό εξολοθρεύει
εμείς εξολοθρεύουμε
εσείς εξολοθρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξολοθρεύουν / εξολοθρεύουνε

Παρατατικός

εγώ εξολόθρευα
εσύ εξολόθρευες
αυτός/αυτή/αυτό εξολόθρευε
εμείς εξολοθρεύαμε
εσείς εξολοθρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξολόθρευαν / εξολοθρεύαν / εξολοθρεύανε

Αόριστος

εγώ εξολόθρευσα / εξολόθρεψα
εσύ εξολόθρευσες / εξολόθρεψες
αυτός/αυτή/αυτό εξολόθρευσε / εξολόθρεψε
εμείς εξολοθρεύσαμε / εξολοθρέψαμε
εσείς εξολοθρεύσατε / εξολοθρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξολόθρευσαν / εξολοθρεύσαν / εξολοθρεύσανε / εξολόθρεψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξολοθρεύω
εσύ θα εξολοθρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξολοθρεύει
εμείς θα εξολοθρεύουμε
εσείς θα εξολοθρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξολοθρεύουν / θα εξολοθρεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξολοθρεύσω / θα εξολοθρέψω
εσύ θα εξολοθρεύσεις / θα εξολοθρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξολοθρεύσει / θα εξολοθρέψει
εμείς θα εξολοθρεύσουμε / θα εξολοθρέψουμε
εσείς θα εξολοθρεύσετε / θα εξολοθρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξολοθρεύσουν / θα εξολοθρεύσουνε / θα εξολοθρέψουν / θα εξολοθρέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξολοθρεύσω / εξολοθρέψω
εσύ να εξολοθρεύσεις / εξολοθρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εμείς να εξολοθρεύσουμε / εξολοθρέψουμε
εσείς να εξολοθρεύσετε / εξολοθρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξολοθρεύσουν / εξολοθρεύσουνε / εξολοθρέψουν / εξολοθρέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εσύ έχεις εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εμείς έχουμε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εσείς έχετε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εσύ είχες εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εμείς είχαμε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εσείς είχατε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εσύ θα έχεις εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εμείς θα έχουμε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
εσείς θα έχετε εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξολόθρευε
(εσείς) εξολοθρεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξολόθρευσε / εξολόθρεψε / εξολόθρευ'
(εσείς) απογοητεύστε / εξολοθρέψτε / εξολοθρεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξολοθρεύομαι
εσύ εξολοθρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξολοθρεύεται
εμείς εξολοθρευόμαστε
εσείς εξολοθρεύεστε / εξολοθρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξολοθρεύονται

Παρατατικός

εγώ εξολοθρευόμουν / εξολοθρευόμουνα
εσύ εξολοθρευόσουν / εξολοθρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξολοθρευόταν / εξολοθρευότανε
εμείς εξολοθρευόμασταν / εξολοθρευόμαστε
εσείς εξολοθρευόσασταν / εξολοθρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξολοθρεύονταν / εξολοθρευόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξολοθρεύτηκα / εξολοθρεύθηκα
εσύ εξολοθρεύτηκες / εξολοθρεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξολοθρεύτηκε / εξολοθρεύθηκε
εμείς εξολοθρευτήκαμε / εξολοθρευθήκαμε
εσείς εξολοθρευτήκατε / εξολοθρευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξολοθρεύτηκαν / εξολοθρευτήκαν / εξολοθρευτήκανε / εξολοθρεύθηκαν / εξολοθρευθήκαν / εξολοθρευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξολοθρεύομαι
εσύ θα εξολοθρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξολοθρεύεται
εμείς θα εξολοθρευόμαστε
εσείς θα εξολοθρεύεστε / θα εξολοθρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξολοθρεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξολοθρευτώ / θα εξολοθρευθώ
εσύ θα εξολοθρευτείς / θα εξολοθρευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξολοθρευτεί / θα εξολοθρευθεί
εμείς θα εξολοθρευτούμε / θα εξολοθρευθούμε
εσείς θα εξολοθρευτείτε / θα εξολοθρευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξολοθρευτούν / θα εξολοθρευτούνε / θα εξολοθρευθούν / θα εξολοθρευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξολοθρευτώ / εξολοθρευθώ
εσύ να εξολοθρευτείς / εξολοθρευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εμείς να εξολοθρευτούμε / εξολοθρευθούμε
εσείς να εξολοθρευτείτε / εξολοθρευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξολοθρευτούν / εξολοθρευτούνε / εξολοθρευθούν / εξολοθρευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εσύ έχεις εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εμείς έχουμε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εσείς έχετε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εσύ είχες εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εμείς είχαμε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εσείς είχατε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εσύ θα έχεις εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εμείς θα έχουμε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
εσείς θα έχετε εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξολοθρεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξολοθρεύσου / εξολοθρέψου
(εσείς) εξολοθρευτείτε / εξολοθρευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξολοθρεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει

Μετοχή παρακειμένου

εξολοθρευμένος, -η, -ο / εξολοθρεμένος

Απαρέμφατο

εξολοθρεύσει / εξολοθρέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξολοθρευτεί / εξολοθρευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.