to familiarize, to acquaint
Πλήρης κλίση του ρήματος εξοικειώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξοικειώνω
εσύ εξοικειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εξοικειώνει
εμείς εξοικειώνουμε
εσείς εξοικειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξοικειώνουν / εξοικειώνουνε
Παρατατικός
εγώ εξοικείωνα
εσύ εξοικείωνες
αυτός/αυτή/αυτό εξοικείωνε
εμείς εξοικειώναμε
εσείς εξοικειώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξοικείωναν / εξοικειώναν / εξοικειώνανε
Αόριστος
εγώ εξοικείωσα
εσύ εξοικείωσες
αυτός/αυτή/αυτό εξοικείωσε
εμείς εξοικειώσαμε
εσείς εξοικειώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξοικείωσαν / εξοικειώσαν / εξοικειώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξοικειώνω
εσύ θα εξοικειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξοικειώνει
εμείς θα εξοικειώνουμε
εσείς θα εξοικειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξοικειώνουν / θα εξοικειώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοικειώσω
εσύ θα εξοικειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξοικειώσει
εμείς θα εξοικειώσουμε
εσείς θα εξοικειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξοικειώσουν / θα εξοικειώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξοικειώσω
εσύ να εξοικειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξοικειώσει
εμείς να εξοικειώσουμε
εσείς να εξοικειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξοικειώσουν / εξοικειώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξοικειώσει
εσύ έχεις εξοικειώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξοικειώσει
εμείς έχουμε εξοικειώσει
εσείς έχετε εξοικειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξοικειώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξοικειώσει
εσύ είχες εξοικειώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξοικειώσει
εμείς είχαμε εξοικειώσει
εσείς είχατε εξοικειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξοικειώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξοικειώσει
εσύ θα έχεις εξοικειώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξοικειώσει
εμείς θα έχουμε εξοικειώσει
εσείς θα έχετε εξοικειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξοικειώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξοικείωνε
(εσείς) εξοικειώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξοικείωσε
(εσείς) εξοικειώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξοικειώνομαι
εσύ εξοικειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξοικειώνεται
εμείς εξοικειωνόμαστε
εσείς εξοικειώνεστε / εξοικειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξοικειώνονται
Παρατατικός
εγώ εξοικειωνόμουν / εξοικειωνόμουνα
εσύ εξοικειωνόσουν / εξοικειωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξοικειωνόταν / εξοικειωνότανε
εμείς εξοικειωνόμασταν / εξοικειωνόμαστε
εσείς εξοικειωνόσασταν / εξοικειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξοικειώνονταν / εξοικειωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ εξοικειώθηκα
εσύ εξοικειώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξοικειώθηκε
εμείς εξοικειωθήκαμε
εσείς εξοικειωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξοικειώθηκαν / εξοικειωθήκαν / εξοικειωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξοικειώνομαι
εσύ θα εξοικειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξοικειώνεται
εμείς θα εξοικειωνόμαστε
εσείς θα εξοικειώνεστε / θα εξοικειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξοικειώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοικειωθώ
εσύ θα εξοικειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξοικειωθεί
εμείς θα εξοικειωθούμε
εσείς θα εξοικειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξοικειωθούν / θα εξοικειωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξοικειωθώ
εσύ να εξοικειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξοικειωθεί
εμείς να εξοικειωθούμε
εσείς να εξοικειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξοικειωθούν / εξοικειωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξοικειωθεί
εσύ έχεις εξοικειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξοικειωθεί
εμείς έχουμε εξοικειωθεί
εσείς έχετε εξοικειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξοικειωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξοικειωθεί
εσύ είχες εξοικειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξοικειωθεί
εμείς είχαμε εξοικειωθεί
εσείς είχατε εξοικειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξοικειωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξοικειωθεί
εσύ θα έχεις εξοικειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξοικειωθεί
εμείς θα έχουμε εξοικειωθεί
εσείς θα έχετε εξοικειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξοικειωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξοικειώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξοικειώσου
(εσείς) εξοικειωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξοικειώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξοικειώσει
Μετοχή παρακειμένου
εξοικειωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξοικειώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξοικειωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.