to tame, domesticate
Πλήρης κλίση του ρήματος εξημερώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξημερώνω
εσύ εξημερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εξημερώνει
εμείς εξημερώνουμε
εσείς εξημερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξημερώνουν / εξημερώνουνε
Παρατατικός
εγώ εξημέρωνα
εσύ εξημέρωνες
αυτός/αυτή/αυτό εξημέρωνε
εμείς εξημερώναμε
εσείς εξημερώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξημέρωναν / εξημερώναν / εξημερώνανε
Αόριστος
εγώ εξημέρωσα
εσύ εξημέρωσες
αυτός/αυτή/αυτό εξημέρωσε
εμείς εξημερώσαμε
εσείς εξημερώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξημέρωσαν / εξημερώσαν / εξημερώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξημερώνω
εσύ θα εξημερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξημερώνει
εμείς θα εξημερώνουμε
εσείς θα εξημερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξημερώνουν / θα εξημερώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξημερώσω
εσύ θα εξημερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξημερώσει
εμείς θα εξημερώσουμε
εσείς θα εξημερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξημερώσουν / θα εξημερώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξημερώσω
εσύ να εξημερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξημερώσει
εμείς να εξημερώσουμε
εσείς να εξημερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξημερώσουν / εξημερώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξημερώσει
εσύ έχεις εξημερώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξημερώσει
εμείς έχουμε εξημερώσει
εσείς έχετε εξημερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξημερώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξημερώσει
εσύ είχες εξημερώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξημερώσει
εμείς είχαμε εξημερώσει
εσείς είχατε εξημερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξημερώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξημερώσει
εσύ θα έχεις εξημερώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξημερώσει
εμείς θα έχουμε εξημερώσει
εσείς θα έχετε εξημερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξημερώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξημέρωνε
(εσείς) εξημερώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξημέρωσε
(εσείς) εξημερώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξημερώνομαι
εσύ εξημερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξημερώνεται
εμείς εξημερωνόμαστε
εσείς εξημερώνεστε / εξημερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξημερώνονται
Παρατατικός
εγώ εξημερωνόμουν / εξημερωνόμουνα
εσύ εξημερωνόσουν / εξημερωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξημερωνόταν / εξημερωνότανε
εμείς εξημερωνόμασταν / εξημερωνόμαστε
εσείς εξημερωνόσασταν / εξημερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξημερώνονταν / εξημερωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ εξημερώθηκα
εσύ εξημερώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξημερώθηκε
εμείς εξημερωθήκαμε
εσείς εξημερωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξημερώθηκαν / εξημερωθήκαν / εξημερωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξημερώνομαι
εσύ θα εξημερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξημερώνεται
εμείς θα εξημερωνόμαστε
εσείς θα εξημερώνεστε / θα εξημερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξημερώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξημερωθώ
εσύ θα εξημερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξημερωθεί
εμείς θα εξημερωθούμε
εσείς θα εξημερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξημερωθούν / θα εξημερωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξημερωθώ
εσύ να εξημερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξημερωθεί
εμείς να εξημερωθούμε
εσείς να εξημερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξημερωθούν / εξημερωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξημερωθεί
εσύ έχεις εξημερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξημερωθεί
εμείς έχουμε εξημερωθεί
εσείς έχετε εξημερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξημερωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξημερωθεί
εσύ είχες εξημερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξημερωθεί
εμείς είχαμε εξημερωθεί
εσείς είχατε εξημερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξημερωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξημερωθεί
εσύ θα έχεις εξημερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξημερωθεί
εμείς θα έχουμε εξημερωθεί
εσείς θα έχετε εξημερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξημερωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξημερώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξημερώσου
(εσείς) εξημερωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξημερώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξημερώσει
Μετοχή παρακειμένου
εξημερωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξημερώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξημερωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.