Κλίση του ρήματος εξευτελίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξευτελίζω
to debase, to degrade (to lower in quality or value)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξευτελίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξευτελίζω
εσύ εξευτελίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εξευτελίζει
εμείς εξευτελίζουμε
εσείς εξευτελίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξευτελίζουν / εξευτελίζουνε

Παρατατικός

εγώ εξευτέλιζα
εσύ εξευτέλιζες
αυτός/αυτή/αυτό εξευτέλιζε
εμείς εξευτελίζαμε
εσείς εξευτελίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξευτέλιζαν / εξευτελίζαν / εξευτελίζανε

Αόριστος

εγώ εξευτέλισα
εσύ εξευτέλισες
αυτός/αυτή/αυτό εξευτέλισε
εμείς εξευτελίσαμε
εσείς εξευτελίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξευτέλισαν / εξευτελίσαν / εξευτελίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξευτελίζω
εσύ θα εξευτελίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξευτελίζει
εμείς θα εξευτελίζουμε
εσείς θα εξευτελίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξευτελίζουν / θα εξευτελίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξευτελίσω
εσύ θα εξευτελίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξευτελίσει
εμείς θα εξευτελίσουμε
εσείς θα εξευτελίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξευτελίσουν / θα εξευτελίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξευτελίσω
εσύ να εξευτελίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξευτελίσει
εμείς να εξευτελίσουμε
εσείς να εξευτελίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξευτελίσουν / εξευτελίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξευτελίσει
εσύ έχεις εξευτελίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξευτελίσει
εμείς έχουμε εξευτελίσει
εσείς έχετε εξευτελίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξευτελίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξευτελίσει
εσύ είχες εξευτελίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξευτελίσει
εμείς είχαμε εξευτελίσει
εσείς είχατε εξευτελίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξευτελίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξευτελίσει
εσύ θα έχεις εξευτελίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξευτελίσει
εμείς θα έχουμε εξευτελίσει
εσείς θα έχετε εξευτελίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξευτελίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξευτέλιζε
(εσείς) εξευτελίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξευτέλισε
(εσείς) εξευτελίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξευτελίζομαι
εσύ εξευτελίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξευτελίζεται
εμείς εξευτελιζόμαστε
εσείς εξευτελίζεστε / εξευτελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξευτελίζονται

Παρατατικός

εγώ εξευτελιζόμουν / εξευτελιζόμουνα
εσύ εξευτελιζόσουν / εξευτελιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξευτελιζόταν / εξευτελιζότανε
εμείς εξευτελιζόμασταν / εξευτελιζόμαστε
εσείς εξευτελιζόσασταν / εξευτελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξευτελίζονταν / εξευτελιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξευτελίστηκα
εσύ εξευτελίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξευτελίστηκε
εμείς εξευτελιστήκαμε
εσείς εξευτελιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξευτελίστηκαν / εξευτελιστήκαν / εξευτελιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξευτελίζομαι
εσύ θα εξευτελίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξευτελίζεται
εμείς θα εξευτελιζόμαστε
εσείς θα εξευτελίζεστε / θα εξευτελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξευτελίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξευτελιστώ
εσύ θα εξευτελιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξευτελιστεί
εμείς θα εξευτελιστούμε
εσείς θα εξευτελιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξευτελιστούν / θα εξευτελιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξευτελιστώ
εσύ να εξευτελιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξευτελιστεί
εμείς να εξευτελιστούμε
εσείς να εξευτελιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξευτελιστούν / εξευτελιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξευτελιστεί
εσύ έχεις εξευτελιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξευτελιστεί
εμείς έχουμε εξευτελιστεί
εσείς έχετε εξευτελιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξευτελιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξευτελιστεί
εσύ είχες εξευτελιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξευτελιστεί
εμείς είχαμε εξευτελιστεί
εσείς είχατε εξευτελιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξευτελιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξευτελιστεί
εσύ θα έχεις εξευτελιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξευτελιστεί
εμείς θα έχουμε εξευτελιστεί
εσείς θα έχετε εξευτελιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξευτελιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξευτελίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξευτελίσου
(εσείς) εξευτελιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξευτελίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξευτελίσει

Μετοχή παρακειμένου

εξευτελισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξευτελίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξευτελιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.