Κλίση του ρήματος εξελληνίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξελληνίζω
to Hellenize, to Greekify (to make Greek)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξελληνίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξελληνίζω
εσύ εξελληνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εξελληνίζει
εμείς εξελληνίζουμε
εσείς εξελληνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξελληνίζουν / εξελληνίζουνε

Παρατατικός

εγώ εξελλήνιζα
εσύ εξελλήνιζες
αυτός/αυτή/αυτό εξελλήνιζε
εμείς εξελληνίζαμε
εσείς εξελληνίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξελλήνιζαν / εξελληνίζαν / εξελληνίζανε

Αόριστος

εγώ εξελλήνισα
εσύ εξελλήνισες
αυτός/αυτή/αυτό εξελλήνισε
εμείς εξελληνίσαμε
εσείς εξελληνίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξελλήνισαν / εξελληνίσαν / εξελληνίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξελληνίζω
εσύ θα εξελληνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξελληνίζει
εμείς θα εξελληνίζουμε
εσείς θα εξελληνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξελληνίζουν / θα εξελληνίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξελληνίσω
εσύ θα εξελληνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξελληνίσει
εμείς θα εξελληνίσουμε
εσείς θα εξελληνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξελληνίσουν / θα εξελληνίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξελληνίσω
εσύ να εξελληνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξελληνίσει
εμείς να εξελληνίσουμε
εσείς να εξελληνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξελληνίσουν / εξελληνίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξελληνίσει
εσύ έχεις εξελληνίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξελληνίσει
εμείς έχουμε εξελληνίσει
εσείς έχετε εξελληνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξελληνίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξελληνίσει
εσύ είχες εξελληνίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξελληνίσει
εμείς είχαμε εξελληνίσει
εσείς είχατε εξελληνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξελληνίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξελληνίσει
εσύ θα έχεις εξελληνίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξελληνίσει
εμείς θα έχουμε εξελληνίσει
εσείς θα έχετε εξελληνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξελληνίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξελλήνιζε
(εσείς) εξελληνίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξελλήνισε
(εσείς) εξελληνίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξελληνίζομαι
εσύ εξελληνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξελληνίζεται
εμείς εξελληνιζόμαστε
εσείς εξελληνίζεστε / εξελληνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξελληνίζονται

Παρατατικός

εγώ εξελληνιζόμουν / εξελληνιζόμουνα
εσύ εξελληνιζόσουν / εξελληνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξελληνιζόταν / εξελληνιζότανε
εμείς εξελληνιζόμασταν / εξελληνιζόμαστε
εσείς εξελληνιζόσασταν / εξελληνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξελληνίζονταν / εξελληνιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξελληνίστηκα
εσύ εξελληνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξελληνίστηκε
εμείς εξελληνιστήκαμε
εσείς εξελληνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξελληνίστηκαν / εξελληνιστήκαν / εξελληνιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξελληνίζομαι
εσύ θα εξελληνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξελληνίζεται
εμείς θα εξελληνιζόμαστε
εσείς θα εξελληνίζεστε / θα εξελληνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξελληνίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξελληνιστώ
εσύ θα εξελληνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξελληνιστεί
εμείς θα εξελληνιστούμε
εσείς θα εξελληνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξελληνιστούν / θα εξελληνιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξελληνιστώ
εσύ να εξελληνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξελληνιστεί
εμείς να εξελληνιστούμε
εσείς να εξελληνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξελληνιστούν / εξελληνιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξελληνιστεί
εσύ έχεις εξελληνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξελληνιστεί
εμείς έχουμε εξελληνιστεί
εσείς έχετε εξελληνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξελληνιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξελληνιστεί
εσύ είχες εξελληνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξελληνιστεί
εμείς είχαμε εξελληνιστεί
εσείς είχατε εξελληνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξελληνιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξελληνιστεί
εσύ θα έχεις εξελληνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξελληνιστεί
εμείς θα έχουμε εξελληνιστεί
εσείς θα έχετε εξελληνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξελληνιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξελληνίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξελληνίσου
(εσείς) εξελληνιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξελληνίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξελληνίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εξελληνιζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

εξελληνισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξελληνίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξελληνιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.