Κλίση του ρήματος εξατομικεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξατομικεύω
to individualize, to personalize (to modify something to suit an individual)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξατομικεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξατομικεύω
εσύ εξατομικεύεις
αυτός/αυτή/αυτό εξατομικεύει
εμείς εξατομικεύουμε
εσείς εξατομικεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατομικεύουν / εξατομικεύουνε

Παρατατικός

εγώ εξατομίκευα
εσύ εξατομίκευες
αυτός/αυτή/αυτό εξατομίκευε
εμείς εξατομικεύαμε
εσείς εξατομικεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατομίκευαν / εξατομικεύαν / εξατομικεύανε

Αόριστος

εγώ εξατομίκευσα
εσύ εξατομίκευσες
αυτός/αυτή/αυτό εξατομίκευσε
εμείς εξατομικεύσαμε
εσείς εξατομικεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατομίκευσαν / εξατομικεύσαν / εξατομικεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξατομικεύω
εσύ θα εξατομικεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατομικεύει
εμείς θα εξατομικεύουμε
εσείς θα εξατομικεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατομικεύουν / θα εξατομικεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξατομικεύσω
εσύ θα εξατομικεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατομικεύσει
εμείς θα εξατομικεύσουμε
εσείς θα εξατομικεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατομικεύσουν / θα εξατομικεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξατομικεύσω
εσύ να εξατομικεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξατομικεύσει
εμείς να εξατομικεύσουμε
εσείς να εξατομικεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξατομικεύσουν / εξατομικεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξατομικεύσει
εσύ έχεις εξατομικεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξατομικεύσει
εμείς έχουμε εξατομικεύσει
εσείς έχετε εξατομικεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξατομικεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξατομικεύσει
εσύ είχες εξατομικεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξατομικεύσει
εμείς είχαμε εξατομικεύσει
εσείς είχατε εξατομικεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξατομικεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξατομικεύσει
εσύ θα έχεις εξατομικεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξατομικεύσει
εμείς θα έχουμε εξατομικεύσει
εσείς θα έχετε εξατομικεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξατομικεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξατομίκευε
(εσείς) εξατομικεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξατομίκευσε
(εσείς) εξατομικεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξατομικεύομαι
εσύ εξατομικεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξατομικεύεται
εμείς εξατομικευόμαστε
εσείς εξατομικεύεστε / εξατομικευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατομικεύονται

Παρατατικός

εγώ εξατομικευόμουν / εξατομικευόμουνα
εσύ εξατομικευόσουν / εξατομικευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξατομικευόταν / εξατομικευότανε
εμείς εξατομικευόμασταν / εξατομικευόμαστε
εσείς εξατομικευόσασταν / εξατομικευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατομικεύονταν / εξατομικευόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξατομικεύτηκα / εξατομικεύθηκα
εσύ εξατομικεύτηκες / εξατομικεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξατομικεύτηκε / εξατομικεύθηκε
εμείς εξατομικευτήκαμε / εξατομικευθήκαμε
εσείς εξατομικευτήκατε / εξατομικευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατομικεύτηκαν / εξατομικευτήκαν / εξατομικευτήκανε / εξατομικεύθηκαν / εξατομικευθήκαν / εξατομικευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξατομικεύομαι
εσύ θα εξατομικεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατομικεύεται
εμείς θα εξατομικευόμαστε
εσείς θα εξατομικεύεστε / θα εξατομικευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατομικεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξατομικευτώ / θα εξατομικευθώ
εσύ θα εξατομικευτείς / θα εξατομικευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατομικευτεί / θα εξατομικευθεί
εμείς θα εξατομικευτούμε / θα εξατομικευθούμε
εσείς θα εξατομικευτείτε / θα εξατομικευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατομικευτούν / θα εξατομικευτούνε / θα εξατομικευθούν / θα εξατομικευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξατομικευτώ / εξατομικευθώ
εσύ να εξατομικευτείς / εξατομικευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εμείς να εξατομικευτούμε / εξατομικευθούμε
εσείς να εξατομικευτείτε / εξατομικευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξατομικευτούν / εξατομικευτούνε / εξατομικευθούν / εξατομικευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εσύ έχεις εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εμείς έχουμε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εσείς έχετε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξατομικευτεί / εξατομικευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εσύ είχες εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εμείς είχαμε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εσείς είχατε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξατομικευτεί / εξατομικευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εσύ θα έχεις εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εμείς θα έχουμε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
εσείς θα έχετε εξατομικευτεί / εξατομικευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξατομικευτεί / εξατομικευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξατομικεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξατομικεύσου
(εσείς) εξατομικευτείτε / εξατομικευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξατομικεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξατομικεύσει

Μετοχή παρακειμένου

εξατομικευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξατομικεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξατομικευτεί / εξατομικευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.