Κλίση του ρήματος εξατμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξατμίζω
to evaporate
Πλήρης κλίση του ρήματος εξατμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξατμίζω
εσύ εξατμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εξατμίζει
εμείς εξατμίζουμε
εσείς εξατμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατμίζουν / εξατμίζουνε

Παρατατικός

εγώ εξάτμιζα
εσύ εξάτμιζες
αυτός/αυτή/αυτό εξάτμιζε
εμείς εξατμίζαμε
εσείς εξατμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξάτμιζαν / εξατμίζαν / εξατμίζανε

Αόριστος

εγώ εξάτμισα
εσύ εξάτμισες
αυτός/αυτή/αυτό εξάτμισε
εμείς εξατμίσαμε
εσείς εξατμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξάτμισαν / εξατμίσαν / εξατμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξατμίζω
εσύ θα εξατμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατμίζει
εμείς θα εξατμίζουμε
εσείς θα εξατμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατμίζουν / θα εξατμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξατμίσω
εσύ θα εξατμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατμίσει
εμείς θα εξατμίσουμε
εσείς θα εξατμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατμίσουν / θα εξατμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξατμίσω
εσύ να εξατμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξατμίσει
εμείς να εξατμίσουμε
εσείς να εξατμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξατμίσουν / εξατμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξατμίσει
εσύ έχεις εξατμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξατμίσει
εμείς έχουμε εξατμίσει
εσείς έχετε εξατμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξατμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξατμίσει
εσύ είχες εξατμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξατμίσει
εμείς είχαμε εξατμίσει
εσείς είχατε εξατμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξατμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξατμίσει
εσύ θα έχεις εξατμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξατμίσει
εμείς θα έχουμε εξατμίσει
εσείς θα έχετε εξατμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξατμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εξάτμιζε
(εσείς) εξατμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξάτμισε
(εσείς) εξατμίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξατμίζομαι
εσύ εξατμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξατμίζεται
εμείς εξατμιζόμαστε
εσείς εξατμίζεστε / εξατμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατμίζονται

Παρατατικός

εγώ εξατμιζόμουν / εξατμιζόμουνα
εσύ εξατμιζόσουν / εξατμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξατμιζόταν / εξατμιζότανε
εμείς εξατμιζόμασταν / εξατμιζόμαστε
εσείς εξατμιζόσασταν / εξατμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατμίζονταν / εξατμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ εξατμίστηκα
εσύ εξατμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξατμίστηκε
εμείς εξατμιστήκαμε
εσείς εξατμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξατμίστηκαν / εξατμιστήκαν / εξατμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξατμίζομαι
εσύ θα εξατμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατμίζεται
εμείς θα εξατμιζόμαστε
εσείς θα εξατμίζεστε / θα εξατμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξατμιστώ
εσύ θα εξατμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξατμιστεί
εμείς θα εξατμιστούμε
εσείς θα εξατμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξατμιστούν / θα εξατμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξατμιστώ
εσύ να εξατμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξατμιστεί
εμείς να εξατμιστούμε
εσείς να εξατμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξατμιστούν / εξατμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξατμιστεί
εσύ έχεις εξατμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξατμιστεί
εμείς έχουμε εξατμιστεί
εσείς έχετε εξατμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξατμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξατμιστεί
εσύ είχες εξατμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξατμιστεί
εμείς είχαμε εξατμιστεί
εσείς είχατε εξατμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξατμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξατμιστεί
εσύ θα έχεις εξατμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξατμιστεί
εμείς θα έχουμε εξατμιστεί
εσείς θα έχετε εξατμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξατμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξατμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξατμίσου
(εσείς) εξατμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξατμίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξατμίσει

Μετοχή παρακειμένου

εξατμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξατμίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξατμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.