to weaken, enfeeble; to make less intense or less effective
Πλήρης κλίση του ρήματος εξασθενίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξασθενίζω
εσύ εξασθενίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εξασθενίζει
εμείς εξασθενίζουμε
εσείς εξασθενίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξασθενίζουν / εξασθενίζουνε
Παρατατικός
εγώ εξασθένιζα
εσύ εξασθένιζες
αυτός/αυτή/αυτό εξασθένιζε
εμείς εξασθενίζαμε
εσείς εξασθενίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξασθένιζαν / εξασθενίζαν / εξασθενίζανε
Αόριστος
εγώ εξασθένισα
εσύ εξασθένισες
αυτός/αυτή/αυτό εξασθένισε
εμείς εξασθενίσαμε
εσείς εξασθενίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξασθένισαν / εξασθενίσαν / εξασθενίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξασθενίζω
εσύ θα εξασθενίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξασθενίζει
εμείς θα εξασθενίζουμε
εσείς θα εξασθενίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξασθενίζουν / θα εξασθενίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξασθενίσω
εσύ θα εξασθενίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξασθενίσει
εμείς θα εξασθενίσουμε
εσείς θα εξασθενίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξασθενίσουν / θα εξασθενίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξασθενίσω
εσύ να εξασθενίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξασθενίσει
εμείς να εξασθενίσουμε
εσείς να εξασθενίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξασθενίσουν / εξασθενίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξασθενίσει
εσύ έχεις εξασθενίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξασθενίσει
εμείς έχουμε εξασθενίσει
εσείς έχετε εξασθενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξασθενίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξασθενίσει
εσύ είχες εξασθενίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξασθενίσει
εμείς είχαμε εξασθενίσει
εσείς είχατε εξασθενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξασθενίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξασθενίσει
εσύ θα έχεις εξασθενίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξασθενίσει
εμείς θα έχουμε εξασθενίσει
εσείς θα έχετε εξασθενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξασθενίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξασθένιζε
(εσείς) εξασθενίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξασθένισε
(εσείς) εξασθενίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξασθενίζοντας / έχοντας εξασθενίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εξασθενισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξασθενίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.