to be dependent upon
Πλήρης κλίση του ρήματος εξαρτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαρτώ
εσύ εξαρτάς
αυτός/αυτή/αυτό εξαρτά
εμείς εξαρτούμε
εσείς εξαρτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαρτούν / εξαρτούνε
Παρατατικός
εγώ εξαρτούσα
εσύ εξαρτούσες
αυτός/αυτή/αυτό εξαρτούσε
εμείς εξαρτούσαμε
εσείς εξαρτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαρτούσαν / εξαρτούσανε
Αόριστος
εγώ εξάρτησα
εσύ εξάρτησες
αυτός/αυτή/αυτό εξάρτησε
εμείς εξαρτήσαμε
εσείς εξαρτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξάρτησαν / εξαρτήσαν / εξαρτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαρτώ
εσύ θα εξαρτάς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαρτά
εμείς θα εξαρτούμε
εσείς θα εξαρτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαρτούν / θα εξαρτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαρτήσω
εσύ θα εξαρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαρτήσει
εμείς θα εξαρτήσουμε
εσείς θα εξαρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαρτήσουν / θα εξαρτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαρτήσω
εσύ να εξαρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξαρτήσει
εμείς να εξαρτήσουμε
εσείς να εξαρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαρτήσουν / εξαρτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαρτήσει
εσύ έχεις εξαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαρτήσει
εμείς έχουμε εξαρτήσει
εσείς έχετε εξαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαρτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαρτήσει
εσύ είχες εξαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαρτήσει
εμείς είχαμε εξαρτήσει
εσείς είχατε εξαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαρτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαρτήσει
εσύ θα έχεις εξαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαρτήσει
εμείς θα έχουμε εξαρτήσει
εσείς θα έχετε εξαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαρτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξαρτάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξάρτησε
(εσείς) εξαρτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαρτώμαι - εξαρτιέμαι
εσύ εξαρτάσαι - εξαρτιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξαρτάται - εξαρτιέται
εμείς εξαρτόμαστε
εσείς εξαρτάστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαρτώνται - εξαρτιούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ —² - εξαρτιόμουν / —² - εξαρτιόμουνα
εσύ — - εξαρτιόσουν / — - εξαρτιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό — - εξαρτιόταν / — - εξαρτιότανε
εμείς — - εξαρτιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς — - εξαρτιόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά — - εξαρτιόνταν / — - εξαρτιόντανε / εξαρτιόντουσαν / εξαρτιούνταν
Αόριστος
εγώ εξαρτήθηκα
εσύ εξαρτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξαρτήθηκε
εμείς εξαρτηθήκαμε
εσείς εξαρτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαρτήθηκαν / εξαρτηθήκαν / εξαρτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαρτώμαι - εξαρτιέμαι
εσύ θα εξαρτάσαι - εξαρτιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαρτάται - εξαρτιέται
εμείς θα εξαρτόμαστε
εσείς θα εξαρτάστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαρτώνται - εξαρτιούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαρτηθώ
εσύ θα εξαρτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαρτηθεί
εμείς θα εξαρτηθούμε
εσείς θα εξαρτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαρτηθούν / θα εξαρτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαρτηθώ
εσύ να εξαρτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξαρτηθεί
εμείς να εξαρτηθούμε
εσείς να εξαρτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαρτηθούν / εξαρτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαρτηθεί
εσύ έχεις εξαρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαρτηθεί
εμείς έχουμε εξαρτηθεί
εσείς έχετε εξαρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαρτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαρτηθεί
εσύ είχες εξαρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαρτηθεί
εμείς είχαμε εξαρτηθεί
εσείς είχατε εξαρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαρτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαρτηθεί
εσύ θα έχεις εξαρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαρτηθεί
εμείς θα έχουμε εξαρτηθεί
εσείς θα έχετε εξαρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαρτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξαρτάστε - εξαρτιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξαρτήσου
(εσείς) εξαρτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξαρτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξαρτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εξαρτώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
εξαρτημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξαρτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξαρτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.