to cash, redeem (a cheque, a coupon, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξαργυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαργυρώνω
εσύ εξαργυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εξαργυρώνει
εμείς εξαργυρώνουμε
εσείς εξαργυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαργυρώνουν / εξαργυρώνουνε
Παρατατικός
εγώ εξαργύρωνα
εσύ εξαργύρωνες
αυτός/αυτή/αυτό εξαργύρωνε
εμείς εξαργυρώναμε
εσείς εξαργυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαργύρωναν / εξαργυρώναν / εξαργυρώνανε
Αόριστος
εγώ εξαργύρωσα
εσύ εξαργύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό εξαργύρωσε
εμείς εξαργυρώσαμε
εσείς εξαργυρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαργύρωσαν / εξαργυρώσαν / εξαργυρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαργυρώνω
εσύ θα εξαργυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαργυρώνει
εμείς θα εξαργυρώνουμε
εσείς θα εξαργυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαργυρώνουν / θα εξαργυρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαργυρώσω
εσύ θα εξαργυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαργυρώσει
εμείς θα εξαργυρώσουμε
εσείς θα εξαργυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαργυρώσουν / θα εξαργυρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαργυρώσω
εσύ να εξαργυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξαργυρώσει
εμείς να εξαργυρώσουμε
εσείς να εξαργυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαργυρώσουν / εξαργυρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαργυρώσει
εσύ έχεις εξαργυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαργυρώσει
εμείς έχουμε εξαργυρώσει
εσείς έχετε εξαργυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαργυρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαργυρώσει
εσύ είχες εξαργυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαργυρώσει
εμείς είχαμε εξαργυρώσει
εσείς είχατε εξαργυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαργυρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαργυρώσει
εσύ θα έχεις εξαργυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαργυρώσει
εμείς θα έχουμε εξαργυρώσει
εσείς θα έχετε εξαργυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαργυρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξαργύρωνε
(εσείς) εξαργυρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξαργύρωσε
(εσείς) εξαργυρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαργυρώνομαι
εσύ εξαργυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξαργυρώνεται
εμείς εξαργυρωνόμαστε
εσείς εξαργυρώνεστε / εξαργυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαργυρώνονται
Παρατατικός
εγώ εξαργυρωνόμουν / εξαργυρωνόμουνα
εσύ εξαργυρωνόσουν / εξαργυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξαργυρωνόταν / εξαργυρωνότανε
εμείς εξαργυρωνόμασταν / εξαργυρωνόμαστε
εσείς εξαργυρωνόσασταν / εξαργυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαργυρώνονταν / εξαργυρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ εξαργυρώθηκα
εσύ εξαργυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξαργυρώθηκε
εμείς εξαργυρωθήκαμε
εσείς εξαργυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαργυρώθηκαν / εξαργυρωθήκαν / εξαργυρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαργυρώνομαι
εσύ θα εξαργυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαργυρώνεται
εμείς θα εξαργυρωνόμαστε
εσείς θα εξαργυρώνεστε / θα εξαργυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαργυρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαργυρωθώ
εσύ θα εξαργυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαργυρωθεί
εμείς θα εξαργυρωθούμε
εσείς θα εξαργυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαργυρωθούν / θα εξαργυρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαργυρωθώ
εσύ να εξαργυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξαργυρωθεί
εμείς να εξαργυρωθούμε
εσείς να εξαργυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαργυρωθούν / εξαργυρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαργυρωθεί
εσύ έχεις εξαργυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαργυρωθεί
εμείς έχουμε εξαργυρωθεί
εσείς έχετε εξαργυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαργυρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαργυρωθεί
εσύ είχες εξαργυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαργυρωθεί
εμείς είχαμε εξαργυρωθεί
εσείς είχατε εξαργυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαργυρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαργυρωθεί
εσύ θα έχεις εξαργυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαργυρωθεί
εμείς θα έχουμε εξαργυρωθεί
εσείς θα έχετε εξαργυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαργυρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξαργυρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξαργυρώσου
(εσείς) εξαργυρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξαργυρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξαργυρώσει
Μετοχή παρακειμένου
εξαργυρμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξαργυρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξαργυρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.