Ι unleash
Πλήρης κλίση του ρήματος εξαπολύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαπολύω
εσύ εξαπολύεις
αυτός/αυτή/αυτό εξαπολύει
εμείς εξαπολύουμε
εσείς εξαπολύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαπολύουν / εξαπολύουνε
Παρατατικός
εγώ εξαπέλυα
εσύ εξαπέλυες
αυτός/αυτή/αυτό εξαπέλυε
εμείς εξαπολύαμε
εσείς εξαπολύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαπέλυαν / εξαπολύαν / εξαπολύανε
Αόριστος
εγώ εξαπέλυσα
εσύ εξαπέλυσες
αυτός/αυτή/αυτό εξαπέλυσε
εμείς εξαπολύσαμε
εσείς εξαπολύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαπέλυσαν / εξαπολύσαν / εξαπολύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαπολύω
εσύ θα εξαπολύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαπολύει
εμείς θα εξαπολύουμε
εσείς θα εξαπολύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαπολύουν / θα εξαπολύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαπολύσω
εσύ θα εξαπολύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαπολύσει
εμείς θα εξαπολύσουμε
εσείς θα εξαπολύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαπολύσουν / θα εξαπολύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαπολύσω
εσύ να εξαπολύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξαπολύσει
εμείς να εξαπολύσουμε
εσείς να εξαπολύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαπολύσουν / εξαπολύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαπολύσει
εσύ έχεις εξαπολύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαπολύσει
εμείς έχουμε εξαπολύσει
εσείς έχετε εξαπολύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαπολύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαπολύσει
εσύ είχες εξαπολύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαπολύσει
εμείς είχαμε εξαπολύσει
εσείς είχατε εξαπολύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαπολύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαπολύσει
εσύ θα έχεις εξαπολύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαπολύσει
εμείς θα έχουμε εξαπολύσει
εσείς θα έχετε εξαπολύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαπολύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξαπόλυε
(εσείς) εξαπολύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξαπόλυσε
(εσείς) εξαπολύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαπολύομαι
εσύ εξαπολύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξαπολύεται
εμείς εξαπολυόμαστε
εσείς εξαπολύεστε / εξαπολυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαπολύονται
Παρατατικός
εγώ εξαπολυόμουν / εξαπολυόμουνα
εσύ εξαπολυόσουν / εξαπολυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξαπολυόταν / εξαπολυότανε
εμείς εξαπολυόμασταν / εξαπολυόμαστε
εσείς εξαπολυόσασταν / εξαπολυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαπολύονταν / εξαπολυόντουσαν
Αόριστος
εγώ εξαπολύθηκα
εσύ εξαπολύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξαπολύθηκε
εμείς εξαπολυθήκαμε
εσείς εξαπολυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαπολύθηκαν / εξαπολυθήκαν / εξαπολυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαπολύομαι
εσύ θα εξαπολύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαπολύεται
εμείς θα εξαπολυόμαστε
εσείς θα εξαπολύεστε / θα εξαπολυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαπολύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαπολυθώ
εσύ θα εξαπολυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαπολυθεί
εμείς θα εξαπολυθούμε
εσείς θα εξαπολυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαπολυθούν / θα εξαπολυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαπολυθώ
εσύ να εξαπολυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξαπολυθεί
εμείς να εξαπολυθούμε
εσείς να εξαπολυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαπολυθούν / εξαπολυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαπολυθεί
εσύ έχεις εξαπολυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαπολυθεί
εμείς έχουμε εξαπολυθεί
εσείς έχετε εξαπολυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαπολυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαπολυθεί
εσύ είχες εξαπολυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαπολυθεί
εμείς είχαμε εξαπολυθεί
εσείς είχατε εξαπολυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαπολυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαπολυθεί
εσύ θα έχεις εξαπολυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαπολυθεί
εμείς θα έχουμε εξαπολυθεί
εσείς θα έχετε εξαπολυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαπολυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξαπολύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξαπολύσου
(εσείς) εξαπολυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξαπολύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξαπολύσει
Απαρέμφατο
εξαπολύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξαπολυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.