Κλίση του ρήματος εξακολουθώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξακολουθώ
to continue (to do/doing: + να +verb) (to proceed with/prolong an activity)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξακολουθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξακολουθώ
εσύ εξακολουθείς
αυτός/αυτή/αυτό εξακολουθεί
εμείς εξακολουθούμε
εσείς εξακολουθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά εξακολουθούν / εξακολουθούνε

Παρατατικός

εγώ εξακολουθούσα
εσύ εξακολουθούσες
αυτός/αυτή/αυτό εξακολουθούσε
εμείς εξακολουθούσαμε
εσείς εξακολουθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξακολουθούσαν / εξακολουθούσανε

Αόριστος

εγώ εξακολούθησα
εσύ εξακολούθησες
αυτός/αυτή/αυτό εξακολούθησε
εμείς εξακολουθήσαμε
εσείς εξακολουθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξακολούθησαν / εξακολουθήσαν / εξακολουθήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξακολουθώ
εσύ θα εξακολουθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξακολουθεί
εμείς θα εξακολουθούμε
εσείς θα εξακολουθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξακολουθούν / θα εξακολουθούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξακολουθήσω
εσύ θα εξακολουθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξακολουθήσει
εμείς θα εξακολουθήσουμε
εσείς θα εξακολουθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξακολουθήσουν / θα εξακολουθήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξακολουθήσω
εσύ να εξακολουθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξακολουθήσει
εμείς να εξακολουθήσουμε
εσείς να εξακολουθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξακολουθήσουν / εξακολουθήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξακολουθήσει
εσύ έχεις εξακολουθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξακολουθήσει
εμείς έχουμε εξακολουθήσει
εσείς έχετε εξακολουθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξακολουθήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξακολουθήσει
εσύ είχες εξακολουθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξακολουθήσει
εμείς είχαμε εξακολουθήσει
εσείς είχατε εξακολουθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξακολουθήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξακολουθήσει
εσύ θα έχεις εξακολουθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξακολουθήσει
εμείς θα έχουμε εξακολουθήσει
εσείς θα έχετε εξακολουθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξακολουθήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξακολουθείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εξακολούθησε
(εσείς) εξακολουθήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξακολουθώντας / έχοντας εξακολουθήσει

Απαρέμφατο

εξακολουθήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.