to purify (to free from guilt or sin)
Πλήρης κλίση του ρήματος εξαγνίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαγνίζω
εσύ εξαγνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εξαγνίζει
εμείς εξαγνίζουμε
εσείς εξαγνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαγνίζουν / εξαγνίζουνε
Παρατατικός
εγώ εξάγνιζα
εσύ εξάγνιζες
αυτός/αυτή/αυτό εξάγνιζε
εμείς εξαγνίζαμε
εσείς εξαγνίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξάγνιζαν / εξαγνίζαν / εξαγνίζανε
Αόριστος
εγώ εξάγνισα
εσύ εξάγνισες
αυτός/αυτή/αυτό εξάγνισε
εμείς εξαγνίσαμε
εσείς εξαγνίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξάγνισαν / εξαγνίσαν / εξαγνίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαγνίζω
εσύ θα εξαγνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαγνίζει
εμείς θα εξαγνίζουμε
εσείς θα εξαγνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαγνίζουν / θα εξαγνίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαγνίσω
εσύ θα εξαγνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαγνίσει
εμείς θα εξαγνίσουμε
εσείς θα εξαγνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαγνίσουν / θα εξαγνίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαγνίσω
εσύ να εξαγνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξαγνίσει
εμείς να εξαγνίσουμε
εσείς να εξαγνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαγνίσουν / εξαγνίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαγνίσει
εσύ έχεις εξαγνίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαγνίσει
εμείς έχουμε εξαγνίσει
εσείς έχετε εξαγνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαγνίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαγνίσει
εσύ είχες εξαγνίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαγνίσει
εμείς είχαμε εξαγνίσει
εσείς είχατε εξαγνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαγνίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαγνίσει
εσύ θα έχεις εξαγνίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαγνίσει
εμείς θα έχουμε εξαγνίσει
εσείς θα έχετε εξαγνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαγνίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εξάγνιζε
(εσείς) εξαγνίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξάγνισε
(εσείς) εξαγνίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εξαγνίζομαι
εσύ εξαγνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξαγνίζεται
εμείς εξαγνιζόμαστε
εσείς εξαγνίζεστε / εξαγνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαγνίζονται
Παρατατικός
εγώ εξαγνιζόμουν / εξαγνιζόμουνα
εσύ εξαγνιζόσουν / εξαγνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εξαγνιζόταν / εξαγνιζότανε
εμείς εξαγνιζόμασταν / εξαγνιζόμαστε
εσείς εξαγνιζόσασταν / εξαγνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαγνίζονταν / εξαγνιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εξαγνίστηκα
εσύ εξαγνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εξαγνίστηκε
εμείς εξαγνιστήκαμε
εσείς εξαγνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαγνίστηκαν / εξαγνιστήκαν / εξαγνιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εξαγνίζομαι
εσύ θα εξαγνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαγνίζεται
εμείς θα εξαγνιζόμαστε
εσείς θα εξαγνίζεστε / θα εξαγνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαγνίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαγνιστώ
εσύ θα εξαγνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαγνιστεί
εμείς θα εξαγνιστούμε
εσείς θα εξαγνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαγνιστούν / θα εξαγνιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εξαγνιστώ
εσύ να εξαγνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξαγνιστεί
εμείς να εξαγνιστούμε
εσείς να εξαγνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαγνιστούν / εξαγνιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εξαγνιστεί
εσύ έχεις εξαγνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαγνιστεί
εμείς έχουμε εξαγνιστεί
εσείς έχετε εξαγνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαγνιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εξαγνιστεί
εσύ είχες εξαγνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαγνιστεί
εμείς είχαμε εξαγνιστεί
εσείς είχατε εξαγνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαγνιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εξαγνιστεί
εσύ θα έχεις εξαγνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαγνιστεί
εμείς θα έχουμε εξαγνιστεί
εσείς θα έχετε εξαγνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαγνιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εξαγνίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εξαγνίσου
(εσείς) εξαγνιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εξαγνίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εξαγνίσει
Μετοχή παρακειμένου
εξαγνισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εξαγνίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εξαγνιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.