Κλίση του ρήματος εξαίρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εξαίρω
to praise, raise in dignity, exalt
Πλήρης κλίση του ρήματος εξαίρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξαίρω
εσύ εξαίρεις
αυτός/αυτή/αυτό εξαίρει
εμείς εξαίρουμε
εσείς εξαίρετε

Παρατατικός

εγώ εξήρα
εσύ εξήρες
αυτός/αυτή/αυτό εξήρε
εμείς εξήραμε
εσείς εξήρατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξήραν

Αόριστος

εγώ εξήρα
εσύ εξήρες
αυτός/αυτή/αυτό εξήρε
εμείς εξήραμε
εσείς εξήρατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξήραν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξαίρω
εσύ θα εξαίρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαίρει
εμείς θα εξαίρουμε
εσείς θα εξαίρετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξάρω
εσύ θα εξάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εξάρει
εμείς θα εξάρουμε
εσείς θα εξάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξάρουν / θα εξάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εξάρω
εσύ να εξάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να εξάρει
εμείς να εξάρουμε
εσείς να εξάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξάρουν / εξάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εξάρει
εσύ έχεις εξάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξάρει
εμείς έχουμε εξάρει
εσείς έχετε εξάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξάρει
εσύ είχες εξάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξάρει
εμείς είχαμε εξάρει
εσείς είχατε εξάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξάρει
εσύ θα έχεις εξάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξάρει
εμείς θα έχουμε εξάρει
εσείς θα έχετε εξάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξαίρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) εξάρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εξαίρομαι
εσύ εξαίρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εξαίρεται
εμείς εξαιρόμαστε / εξαιρόμεθα
εσείς εξαίρεστε / εξαίρεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εξαίρονται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό εξήρετο
αυτοί/αυτές/αυτά εξαίρονταν / εξήροντο

Αόριστος

εγώ εξάρθηκα / εξήρθην
εσύ εξάρθηκες / εξήρθης
αυτός/αυτή/αυτό εξήρθη / εξάρθηκε
εμείς εξαρθήκαμε
εσείς εξαρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξήρθησαν / εξάρθηκαν / εξαρθήκαν / εξαρθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εξαίρομαι
εσύ θα εξαίρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαίρεται
εμείς θα εξαιρόμαστε / θα εξαιρόμεθα
εσείς θα εξαίρεστε / θα εξαίρεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαίρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εξαρθώ
εσύ θα εξαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εξαρθεί
εμείς θα εξαρθούμε
εσείς θα εξαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εξαρθούν

Υποτακτική (να)

εγώ να εξαρθώ
εσύ να εξαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εξαρθεί
εμείς να εξαρθούμε
εσείς να εξαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εξαρθούν

Παρακείμενος

εγώ έχω εξαρθεί
εσύ έχεις εξαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εξαρθεί
εμείς έχουμε εξαρθεί
εσείς έχετε εξαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εξαρθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εξαρθεί
εσύ είχες εξαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εξαρθεί
εμείς είχαμε εξαρθεί
εσείς είχατε εξαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εξαρθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εξαρθεί
εσύ θα έχεις εξαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εξαρθεί
εμείς θα έχουμε εξαρθεί
εσείς θα έχετε εξαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εξαρθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εξαίρεστε / εξαίρεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) εξαρθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εξαίροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εξάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εξαιρόμενος, -όμενη, -όμενο, -ομένη

Μετοχή παρακειμένου

εξηρμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εξάρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εξαρθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.